Ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχειρούσε ακόμα μια υποκριτική παράσταση θεσμικής ευαισθησίας, μεμψιμοιρώντας για την ανωνυμία στο διαδίκτυο, η πραγματικότητα ήρθε να τον διαψεύσει με τον πιο ηχηρό τρόπο μέσα από μια δικαστική αίθουσα.
Την ώρα που η κυβέρνηση «ξέπλυνε» με προκλητικό τρόπο τον ψηφιακό υπόκοσμο της «Ομάδας Αλήθειας», δίνοντάς της μάλιστα λόγο σε συνέδριο περί Fake News, η ελληνική δικαιοσύνη έκανε το καθήκον της, καταδικάζοντας ένα επώνυμο αυτή τη φορά τρολ που διοχέτευσε τοξικό δηλητήριο κατά δημοσιογράφου.
Η περίπτωση του Γ.Π. δεν είναι μεμονωμένη δικαστική ετυμηγορία, αλλά η αποκάλυψη του σκοτεινού νήματος που συνδέει τον στρατό των «αγανακτισμένων» χρηστών με το περιβάλλον του Γρηγόρη Δημητριάδη. Η φράση του καταδικασθέντος περί «αγωγών μέχρι σωβράκων» δεν ήταν παρά η ηχώ της κεντρικής γραμμής που εκπορευόταν από το μέγαρο Μαξίμου, επιβεβαιώνοντας πως η χυδαιότητα τύπου «Lexotanil» και οι λιβελογραφίες των αναμεταδοτών της Νέας Δημοκρατίας αποτελούν κεντρική πολιτική επιλογή.
Η καταδίκη αυτή αποτελεί ένα ορόσημο, αφού γκρεμίζει το τείχος της ατιμωρησίας πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το καθεστώς της ψηφιακής δολοφονίας χαρακτήρων. Αποδεικνύεται πλέον περίτρανα ότι οι «θαυμαστές» του πρωθυπουργικού ανιψιού και οι έμμισθοι ή εθελοντές υβριστές του διαδικτύου δεν θα απολαμβάνουν για πάντα την ασυλία των κομματικών τειχών.
Πίσω από τη βιτρίνα του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ψηφιακής υπευθυνότητας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει ένα πολυδαίδαλο σύστημα χειραγώγησης, όπου το δημόσιο χρήμα ρέει άφθονο για να χρηματοδοτήσει τη σιωπή ή τη δολοφονία χαρακτήρων.
Η πρόσφατη «φιέστα» του Athens Alitheia Forum στο «Intercontinental» δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου μιας προκλητικής σπατάλης: 180.000 ευρώ από το υστέρημα του φορολογουμένου σπαταλήθηκαν σε μια κακοστημένη παράσταση δημοσίων σχέσεων, με μοναδικό στόχο να βαφτιστεί η κυβερνητική προπαγάνδα ως η μοναδική «Αλήθεια». Είναι οξύμωρο και ταυτόχρονα εξοργιστικό να δαπανώνται τέτοια ποσά για συνέδρια κατά των fake news, όταν την ίδια στιγμή η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας του Παύλου Μαρινάκη θωρακίζει το «ξέπλυμα» της «Ομάδας Αλήθειας», του ημιεπίσημου βραχίονα που πληρώνεται από τους πολίτες για να επιτίθεται στους ίδιους τους πολίτες.
Σε αυτό το σκοτεινό σκηνικό, δικαιώνονται πλήρως οι αποκαλύψεις της «δημοκρατίας» και η εμπεριστατωμένη έρευνα του Βασίλη Γαλούπη και της Ιωάννας Τσέφλιου, οι οποίοι με σειρά ρεπορτάζ έφεραν στο φως τον μηχανισμό της ψηφιακής «πολιτοφυλακής».
Οι αποκαλύψεις για τη δημιουργία της αμφιλεγόμενης πλατφόρμας ανίχνευσης παραπληροφόρησης, ένα έργο συνολικού κόστους 4,2 εκατομμυρίων ευρώ, επιβεβαιώνουν λέξη προς λέξη τις προειδοποιήσεις της εφημερίδας. Με πρόσχημα την Τεχνητή Νοημοσύνη, στήνεται ένας οργουελικός μηχανισμός που θα αποφασίζει αυθαίρετα ποια είδηση είναι «αληθής», την ίδια ώρα που «φάρμες» ανώνυμων τρολ, η Λερναία Ύδρα του Μαξίμου επιδίδονται σε καθημερινά συμβόλαια εξόντωσης όσων ασκούν κριτική.
Από τη στοχοποίηση της Μαρίας Καρυστιανού για το έγκλημα των Τεμπών μέχρι τις ύβρεις κατά πανεπιστημιακών και δημοσιογράφων, οι «κατευθυνόμενοι νταήδες» του διαδικτύου δρουν ως πολιτοφυλακή σε διατεταγμένη υπηρεσία. Αυτό το «πολυκεντρικό οικοσύστημα» της τοξικότητας, που καταπίνει εκατομμύρια μέσω απευθείας αναθέσεων και «λιστών Πέτσα», δεν στοχεύει μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον, επιχειρώντας έναν ιδιότυπο προσηλυτισμό ακόμη και σε μαθητές σχολείων.
Με τον νόμο του 2022 να απειλεί με φυλάκιση έως 3 έτη όποιον διαταράσσει το κυβερνητικό αφήγημα, ο κύκλος της λογοκρισίας κλείνει ερμητικά.
Το συμπέρασμα; Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, αλλά για την επιβολή μιας ιδιότυπης «ψηφιακής παντοκρατορίας», όπου το κράτος και το παρακράτος αγκαλιάζονται σφιχτά, κατασπαταλώντας τον δημόσιο πλούτο για να μετατρέψουν την ενημέρωση σε μια απέραντη «μπανανία» υπάκουων χειροκροτητών.