Τα μελανά σημεία (εν όψει των προεδρικών εκλογών) στην καριέρα της Κλίντον που αποτελούνν όπλα στα χέρια των αντιπάλων της
«Νομίζω ότι ο αμερικανικός λαός θα θέλει, ξέρετε, αυτή τη μυρωδιά του καινούργιου αυτοκινήτου». Το σχόλιο του προέδρου Ομπάμα αναφερόταν στον ίδιο, όταν ερωτήθηκε σχετικά με την παρουσία του στη διάρκεια των επόμενων προεδρικών εκλογών το 2016. Πολλοί όμως είπαν ότι το σχόλιο -ίσως ηθελημένα, ίσως όχι- βρήκε ως στόχο τη «διάδοχό» του Χίλαρι Κλίντον, η οποία κοντεύει πλέον τα εβδομήντα και με δεκαετίες παρουσίας στην αμερικανική πολιτική έχει χάσει τη… μυρωδιά του καινούργιου αυτοκινήτου. Πολλοί λένε μάλιστα ότι «η στιγμή» της Κλίντον, η ευκαιρία της για να κάνει το βήμα παραπάνω, έχει παρέλθει.
«Οι απλοί Αμερικανοί έχουν ανάγκη από έναν αγωνιστή. Θέλω να είμαι αυτή η αγωνίστρια. Ξεκινώ εκστρατεία για να κερδίσω τις ψήφους σας». Με αυτό το βιντεοσκοπημένο μήνυμα ανακοίνωσε στις αρχές της εβδομάδας την υποψηφιότητά της η Χίλαρι Ρόνταμ Κλίντον, η Αμερικανίδα πρώην πρώτη κυρία, πρώην υπουργός Εξωτερικών, πρώην γερουσιαστής και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στις ΗΠΑ. Οσο κι αν με το μήνυμά της περνά δύο βασικά μηνύματα, ότι είναι αρκετά ισχυρή για να διεκδικήσει τον τίτλο του «commander in chief» των Αμερικανών και ότι προτίθεται να αγωνιστεί σκληρά για κάθε ψήφο, η αναγνωρισιμότητά της είναι, λένε οι αναλυτές, μαζί «κατάρα και ευλογία». Τίποτα καινούργιο δεν μένει να μαθευτεί για την υποψήφια πρόεδρο, που αποτελεί δημόσιο πρόσωπο από το 1979. Αντίθετα, όλα τα λάθη και οι αστοχίες της είναι διαθέσιμα εργαλεία στην αντιπολιτευτική φαρέτρα των Ρεπουμπλικάνων.
Ηδη εν όψει της αναμενόμενης ανακοίνωσης της διεκδίκησης του χρίσματος των Δημοκρατικών ο γερουσιαστής Ραντ Πολ, υποψήφιος για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, βρήκε την ευκαιρία να τη «χτυπήσει» σχετικά με την υπόθεση της επίθεσης στο αμερικανικό προξενείο στη Βεγγάζη την 11η Σεπτεμβρίου 2012, που προκάλεσε τον θάνατο του πρέσβη Κρις Στίβενς και ακόμη τριών Αμερικανών, όταν εκείνη ήταν υπουργός Εξωτερικών του Ομπάμα και κατηγορήθηκε ότι αγνόησε τις προειδοποιήσεις του προσωπικού του προξενείου, που ζητούσαν επί μήνες ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας. Εχοντας δηλώσει ότι δεν είχε λάβει προσωπικά γνώση των προειδοποιήσεων, η επίθεση αποτελεί ένα από τα πιο μελανά σημεία της θητείας της στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πολλώ μάλλον καθώς η αμερικανική κυβέρνηση δέχτηκε πυρά και για τον επικοινωνιακό χειρισμό της· δηλώνοντας αρχικά ότι επρόκειτο για «αυθόρμητη διαμαρτυρία», για να αποδειχθεί αργότερα ότι η επίθεση ήταν προσχεδιασμένη. Τα «φαντάσματα από την ντουλάπα» έδωσαν την ευκαιρία στον Πολ -και σε άλλους Ρεπουμπλικάνους πολεμίους της- να βγάλει την πρόσφατη αποκάλυψη ότι η Χίλαρι χρησιμοποιούσε το προσωπικό της e-mail για τις υπηρεσιακές επικοινωνίες της. Μία υπόθεση για την οποία έχει κληθεί να καταθέσει σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων την 1η Μαΐου, ρίχνοντας τη σκιά μιας υπόνοιας αδιαφάνειας στη νεοαναγγελθείσα προεκλογική εκστρατεία της.
Οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορούσαν να υπενθυμίσουν και άλλα μελανά σημεία στη διαδρομή της Κλίντον ως δημόσιο πρόσωπο, όπως το παλιό σκάνδαλο Whitewater (επί προεκλογικής καμπάνιας Μπιλ Κλίντον), όταν οι «New York Times» είχαν αποκαλύψει ότι το ζεύγος ήταν συνεταίροι σε μία συμφωνία αγοράς γης με τον Τζιμ Μακντούγκαλ, η τράπεζα του οποίου είχε κηρύξει πτώχευση, κοστίζοντας στους Αμερικανούς φορολογουμένους περισσότερα από 65.000.000 δολάρια. Ή τις αποκαλύψεις των ιδιαίτερα κερδοφόρων επενδύσεών της σε προθεσμιακά συμβόλαια βοοειδών, που της είχαν αποφέρει 100.000 δολάρια για μια επένδυση 1.000 δολαρίων (πολλοί είχαν επικρίνει τότε τους Κλίντον, καθώς τάσσονταν κατά της «κουλτούρας της απληστίας» των κυβερνήσεων Ρέιγκαν και Μπους). Ή ακόμη και την αποτυχημένη μεταρρύθμιση στον τομέα της Υγείας Hillarycare επί Κλίντον, που ήρθε να αντικαταστήσει ο Ομπάμα με το περίφημο Obamacare.
Οι (εσωκομματικοί) εχθροί που βγαίνουν από… αριστερά
Το βασικό πρόβλημα της κυρίας Κλίντον όμως αυτή τη στιγμή δεν είναι η αντιπολίτευση των Ρεπουμπλικάνων, που θα επιχειρήσουν να την παρουσιάσουν ως ελιτίστρια (και επομένως ανίκανη να προσεγγίσει τους λεγόμενους «λευκούς Αμερικανούς χωρίς πτυχίο») και υπέρμαχο του κρατισμού.
Το βασικό πρόβλημά της είναι πως, παρότι αποτελεί μέχρι στιγμής τη μόνη υποψήφια, δυσκολεύεται να πείσει την εκλογική βάση της και να σπάσει την καχυποψία σε βάρος της εντός του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι πολιτικές θέσεις της (κεντρώα, φιλική προς τις επιχειρήσεις, που πιστεύει ότι είναι η «μηχανή» της οικονομίας, «γεράκι» στην εξωτερική πολιτική της) δεν ικανοποιούν την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, που αναζητεί αντίπαλον δέος στο πρόσωπο ενός πιο αριστερού υποψηφίου. Αυτό το πρόσωπο έμοιαζε να είναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η αντισυστημική δημοκρατική γερουσιαστής της Μασαχουσέτης, η οποία όμως δήλωσε ότι δεν θα είναι υποψήφια. Σε αντίθεση με εκείνη, η Κλίντον θεωρείται ένα πρόσωπο φιλικό προς τις αγορές και αρκετοί τη συνδέουν με τα χρόνια της διακυβέρνησης Μπιλ Κλίντον, όταν ξεκίνησε η απορρύθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών της Γουόλ Στριτ, στην οποία οι ίδιοι άνθρωποι πιστώνουν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η αριστερή πτέρυγα δεν της συγχωρεί επίσης την υποστήριξή της στον πόλεμο κατά του Ιράκ επί Τζορτζ Μπους. Κριτική επίσης έχει δεχτεί για την απουσία μιας συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας. Σε κάθε περίπτωση, Δημοκρατικοί όπως ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μπιλ ντε Μπλάζιο, παλιός μάνατζερ της προεκλογικής της εκστρατείας για τη θέση του γερουσιαστή, έχουν δηλώσει ότι περιμένουν από αυτήν να μιλήσει για τους μισθούς και τα επιδόματα, να επιδείξει προθυμία για τη φορολόγηση των μεγάλων εισοδημάτων και για επενδύσεις στις υποδομές και την εκπαίδευση. Μέχρι στιγμής η Κλίντον έχει πει ρητά ότι επιδιώκει να χτυπήσει την οικονομική ανισότητα, «δημιουργώντας καλύτερο οικονομικό μέλλον για όλους τους Αμερικανούς».
Η Κλίντον αναμένεται να παίξει και το «φεμινιστικό» χαρτί, απευθυνόμενη ευθέως στις γυναίκες ψηφοφόρους. Δεν το είχε πράξει το 2008, σε αντίθεση με τον Ομπάμα, ο οποίος είχε «αξιοποιήσει» την ταυτότητά του ως νέος -σε ηλικία και στην πολιτική- και ως Αφροαμερικανός, για να κερδίσει ψηφοφόρους.
Τέλος, σημαντικό είναι και το «χαρτί» του Μπιλ Κλίντον, του πιο δημοφιλούς πρώην προέδρου. «Σε μια χώρα στοιχειωμένη από τον φόβο της παρακμής αλλά και απογοητευμένη από τον Ομπάμα», γράφει στη «Liberation» ο Γάλλος ιστορικός Τομά Σνεγκαρόφ, «ένα όνομα και μια γνωστή φιγούρα παίζουν μεγάλο ρόλο».
Μυρτώ Μπούτση


