Στο κυκλαδίτικο νησί των 32 τετραγωνικών χιλιομέτρων Γερμανοί, Γάλλοι, Δανοί, Βέλγοι και Ιταλοί έστησαν τις δικές τους επιχειρήσεις και ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους
Από τη
Δήμητρα Αθανασοπούλου
Τα ελληνικά αντηχούν σαν ξένη γλώσσα ανάμεσα σε bonsoir, buonanotte και god dag. Ιταλικά, γαλλικά, δανικά, γερμανικά οι κυρίαρχες γλώσσες της ζωής της Φολεγάνδρου, της πιο «σοφιστικέ νήσου» των Κυκλάδων. Και όχι μονάχα των ταξιδιωτών, αλλά και των κατοίκων-επιχειρηματιών του νησιού με ξένο διαβατήριο. Αν και οι δικοί μας οι ξένοι μιλούν και ελληνικά. Κάποιοι παλεύουν με τις λέξεις, σκουντουφλούν στα σύμφωνα, τρώνε τα φωνήεντα, μιλούν ανάμεικτα, άλλοι πάλι έχουν γλιστρήσει επιδέξια μέσα στη γλώσσα μας και μιλούν με περίσσια ευφράδεια. Η Φολέγανδρος δεν θα ήταν ίδια χωρίς τους «ξένους ντόπιους» της, τον Stefano, τη Flavia, τον Paolo, τη Sabrina, τον Flavio, την Barbara, την Uta, την Anna, τη Lisbet… Το διαπιστώνουμε σε κάθε βήμα στα πλακόστρωτα περάσματα της Χώρας, που πέφτουν πάνω στις τρεις πλατείες οι οποίες θυμίζουν σκηνικό από παραμύθι.
Κάπου εκεί ο Stefano ανακατεύει τα ελληνικά με τα ιταλικά, όπως τις γεύσεις από το σπιτικό παγωτό του. Ο Stefano Brighenti είναι ο gelataio – ο Ιταλός παγωτατζής της πυκνόκτιστης Χώρας της Φολεγάνδρου.
«Ο Θείος»
Σε ένα σοκάκι όχι μακριά από την κεντρική πλατεία, που χάνεται κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, άνοιξε το παγωτατζίδικο «Ο Θείος». Την ονομασία του μικρού μαγαζιού του τη χρωστά στον θείο του από το Τορίνο, που του έμαθε τα μυστικά της τέχνης του παγωτατζή. Προτιμά να μιλήσουμε στη μητρική γλώσσα του, αν και είναι πλέον Φολεγανδρίτης. Εδώ και εννέα χρόνια φτάνει κάθε χρόνο στο νησί Απρίλη με Μάη, τακτοποιείται, κάνει τις απαραίτητες εργασίες στο εργαστήρι του, απολαμβάνει τις άδειες παραλίες που ουδέποτε έγιναν γκέτο «σύγχρονων βαρβάρων» με ξαπλώστρες και ομπρέλες και αρχίζει σιγά σιγά τις αλχημείες του.

Η σεζόν τελειώνει τον Οκτώβρη, αφού σταματήσουν να ρέουν τα ρακόμελα στα πεζούλια, αφού αδειάσουν οι πολύχρωμες καρέκλες της κεντρικής πλατείας. Τότε ο Stefano επιστρέφει στο Τορίνο για να περάσει τον χειμώνα. Εκεί αναγκάζεται να κάνει κάποιες μικροδουλειές για τα έξοδά του, γιατί τα έσοδα του παγωτατζίδικου, αν και πάει καλά, δεν του εξασφαλίζουν τη διαβίωσή του όλον τον χρόνο. Του αρέσει όμως αυτή η ζωή, του μποέμ επιχειρηματία, όπως του αρέσουν και τα ελληνικά νησιά. Η λιλιπούτεια Φολέγανδρος έτυχε να γίνει η δεύτερη ιδιαίτερη πατρίδα του από το 2002, την πρώτη φορά που την επισκέφθηκε. Την απόφαση να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά στο ορεινό πετρώδες νησί με την ακατέργαστη γοητεία, ο Stefano την πήρε το 2007, αφού είχε έρθει σε επαφή με τους άλλους Ιταλούς επιχειρηματίες του νησιού και κυρίως τη Sabrina και τον Flavio.
O Flavio Facciolo, ο ανταποκριτής της ιταλικής πρεσβείας στη Φολέγανδρο, πριν από 22 χρόνια αποφάσισε να στήσει ξανά τη ζωή του στα μόλις 32 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης της Φολεγάνδρου, προτού το νησί των απόκρημνων βράχων γίνει το πλέον δημοφιλές κυκλαδονήσι. «Ηθελα να βρω έναν τόπο όπου να μην υπάρχει τίποτε, αλλά να έχει δυνατότητα για το μέλλον, δηλαδή έναν καλό νέο προορισμό. Ετσι επέλεξα τη Φολέγανδρο. Στην αρχή οι ντόπιοι ήταν επιφυλακτικοί, έλεγαν “τι θέλει ο Ιταλός”, με τον καιρό όμως κατάλαβαν ότι δεν ήμουν απειλή γι’ αυτούς. Αντιθέτως, τους έφερνα κόσμο από την Ιταλία και συνεπώς χρήματα στο νησί» μας λέει ο Flavio.

Το 60% των κατά μέσο όρο 27.000 τουριστών το καλοκαίρι είναι Ιταλοί, το 15% Γάλλοι, το 15% Σκανδιναβοί, το 5% λοιπές εθνικότητες και το μόλις τελευταίο και καταϊδρωμένο 5% Ελληνες.
Εμπορικό
Η γυναίκα του Flavio Sabrina Issaia Callo διατηρεί κατάστημα ρούχων και αξεσουάρ, το οποίο στεγάζεται ακριβώς δίπλα στο τουριστικό γραφείο-προξενείο. Εως πέρυσι ήταν η ιδιοκτήτρια ενός καφέ στο ίδιο ακριβώς σημείο. «Αποφάσισα να αλλάξω επιχειρηματικό πεδίο γιατί πάντα μου άρεσε η μόδα και ήθελα να φέρω ιταλικά ενδύματα στο νησί. Και γιατί φυσικά είναι πιο εύκολη δουλειά για το καλοκαίρι» μας εξηγεί με ένα συνωμοτικό γέλιο. Τα μεσημέρια της είναι ελεύθερα και κατεβαίνει στην Αγκάλη για μια βουτιά μαζί με τους γιους της, τον 17χρονο Alesio -ο οποίος ήδη δουλεύει στην οικογενειακή επιχείρηση Sottovento- και τον 12χρονο Matteo, που «παλεύει με τα ελληνικά»! Οι τρεις τους μένουν στο νησί τρεισήμισι μήνες και επιστρέφουν στο Τορίνο μόλις ανοίγουν τα σχολεία των παιδιών. Ο Flavio μένει τον μισό χρόνο στη Φολέγανδρο για να αποπερατώσει τις όποιες τουριστικές εργασίες.
Στην άνω μεριά, την πιο παραδοσιακή γειτονιά του νησιού, στον αγροτικό οικισμό με τα διάσπαρτα σπίτια, η Flavia έπειτα από 20 χρόνια αδιάκοπα καλοκαιρινά πηγαινέλα στο νησί αποφάσισε να ανοίξει πριν από έναν χρόνο το Pane e Vino, το πρώτο αυθεντικό ιταλικό εστιατόριο της Φολεγάνδρου… Μαζί με τον σύντροφό της Paolo, τον σεφ τόσο του σπιτιού όσο και του ρεστοράν, έστησαν τον δικό τους χώρο εστίασης μέσα στην ίδια τους την εστία. Οι δυο τους μαγειρεύουν καθημερινά, στρώνουν τραπέζι και σερβίρουν στους πελάτες σαν να ήταν προσωπικοί καλεσμένοι τους.

Οι μόνιμοι κάτοικοι από όλη την Ευρώπη που επένδυσαν τα χρήματά τους σε αγροτόσπιτα
Δεν υπάρχουν μονάχα οι ξένοι επιχειρηματίες, αλλά και οι ξένοι μόνιμοι κάτοικοι… Γάλλοι και Βέλγοι ερωτευμένοι με τις Θεμωνιές, που επένδυσαν τα χρήματά τους σε αγροτόσπιτα της Ανω Μεριάς για να περνούν εκεί τους ζεστούς μήνες του χρόνου. Κάποιοι επιμένουν «κυκλαδίτικα» όλον τον χρόνο. Είναι εκείνοι οι ξένοι που ερωτεύτηκαν γηγενείς και έδεσαν τη μοίρα τους τόσο μαζί τους όσο και με τις Κυκλάδες. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα τα χέρια, αλλά έδωσαν νέα πνοή στο νησί με τις επιχειρήσεις τους… Η Anna από τη Δανία άνοιξε το ξενοδοχείο «Ampelos» μαζί με τον σύζυγό της Φώτη και έφεραν τον δανέζικο τουρισμό στο νησί. Από τη Δανία είναι και η Lisbet, η οποία μαζί με τον άντρα και τα παιδιά της λειτουργούν το καφέ-μεζεδοπωλείο Πούντα στην ομώνυμη πλατεία, που θεωρείται «προαύλιο της Χώρας». Η Lisbet δεν είναι όμως μονάχα ο εγκέφαλος και τα πόδια της επιχείρησης, αλλά και η καλλιτέχνιδά της. Πλάθει τον πηλό και παράγει πολύχρωμα κεραμικά που χρησιμοποιούνται ως σερβίτσια και διακόσμηση του μαγαζιού.

Εμβληματική φιγούρα του νησιού είναι και η Ούτα από τη Φρανκφούρτη, που ήρθε για διακοπές στις Κυκλάδες πριν από 27 χρόνια. Η Φολέγανδρος όμως έγινε τερματικός σταθμός, αφού γνώρισε τον άνδρα της ζωής της και μαζί άνοιξαν το εστιατόριο Σικ – το μενού ωστόσο έχει την υπογραφή της Γερμανίδας… Φολεγανδρίτισσας. Εκείνη μαγειρεύει τα φαγητά το πρωί και το βράδυ κρατά το μαγαζί. «Τα καλοκαίρια όλο το πρωί έχουμε τις ετοιμασίες των φαγητών και το βράδυ υποδεχόμαστε τους πελάτες μας, οι οποίοι στην πλειονότητά τους δεν είναι πια Ελληνες μετά το 2009, εξαιτίας της κρίσης. Κυρίως Γάλλοι, Βέλγοι, Ιταλοί, Γερμανοί και Σκανδιναβοί». Οι χειμώνες τους -μας λένε- είναι χαλαροί. Μαζί με τις άλλες ξένες -από άλλα μέρη του κόσμου, αλλά και της Ελλάδας- διοργανώνουν χορωδίες, γυμναστικές, μαγειρέματα.
Οι Ευρωπαίοι επιχειρηματίες των Κυκλάδων μας έχουν συχνά πυκνά στη δούλεψή τους άλλους Ευρωπαίους. Αυτή είναι μια άλλη κατηγορία των δικών μας ξένων. Δεν είναι επενδυτές ούτε οικονομικοί μετανάστες, αλλά εργαζόμενοι κυρίως από τον ευρωπαϊκό Νότο που βάζουν το δικό τους μεσογειακό χρώμα και τραγουδιστό αξάν στη φολεγανδρίτικη ζωή.
Η Παναγιά στην κορυφή του λόφου, οι χωρίς ξαπλώστρες παραλίες και τα (ακόμα) χωμάτινα μονοπάτια
Το νησί με τη σοφιστικέ ανάπτυξη -παρά τον κοσμοπολιτισμό του- συνεχίζει να υποκλίνεται στο αρχετυπικά κυκλαδίτικο τοπίο. Με παραλίες που δεν έχουν παραδοθεί στις ξαπλώστρες και με μονοπάτια που δεν έχουν αλλοιωθεί από βάρβαρα πατήματα και δεν έγιναν ποτέ άσφαλτος. Με τους απόκρημνους βράχους να γίνονται κάδρα των γαλαζοπράσινων πλαζ και τα σφιχτοχτισμένα σπιτάκια του κάστρου να ταξιδεύουν τον επισκέπτη μέσα στον χρόνο. Με την εκκλησία της Παναγίας στην κορυφή του λόφου πάνω από τη Χώρα να επιτηρεί γλυκά το ανεμοδαρμένο νησί. Οι βασικοί οικισμοί, η Χώρα, η Ανω Μεριά και το λιμάνι του Καραβοστάση διατηρούν ανέπαφη την ακατέργαστη γοητεία τους. Ο οικισμός στο ενετικό κάστρο -από τις αρχές του 13ου αιώνα- παραδόξως είναι ήσυχος και εσωστρεφής – ακόμη και στο αποκορύφωμα της τουριστικής σεζόν.
Η Ανω Μεριά δεν έχει απολέσει το αγροτικό της πρόσωπο και ας έχει πλέον για μόνιμους κατοίκους Ιταλούς που επιλέγουν για θερινή κατοικία τα ιδιόμορφα αγροτικά συγκροτήματα – γνωστά ως θεμωνιές. Εκεί βρίσκεται και το Λαογραφικό Μουσείο – μια πραγματική θεμωνιά του 19ου αιώνα.
Ανέγγιχτη
Εκεί δεσπόζουν τα δεντρόσπιτα, τα πέτρινα κυκλικά χτίσματα γύρω από τα δέντρα για να σώσουν το νησί από τους άγριους ανέμους. Οι αρχαίοι δεν την αποκαλούσαν άδικα αιχμηρή και τραχιά. Η Φολέγανδρος, με τα πολύχρωμα πορτοπαράθυρα, είναι η πιο σικ, άγονη νήσος του Αιγαίου κι ας έκανε δυνατή εμφάνιση στον τουριστικό ορίζοντα τα τελευταία χρόνια. Η Φολέγανδρος είχε μείνει για χρόνια απομονωμένη και μοιάζει να ξέρει πώς να μείνει ανέγγιχτη ακόμη και μέσα από τα πολλαπλά ευρωπαϊκά αγγίγματα.


