Γιατί τα νησιά «κερδίζουν» πληθυσμό και η ηπειρωτική Ελλάδα αδειάζει
Σε μια χώρα που γερνά και συρρικνώνεται δημογραφικά, οι Κυκλάδες αποτελούν τη μεγάλη εξαίρεση. Ενώ η Ελλάδα συνολικά χάνει πληθυσμό, το νότιο Αιγαίο εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, ακόμη και αύξηση μόνιμων κατοίκων. Το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό ούτε προϊόν στατιστικής στρέβλωσης. Αντιθέτως, αποτυπώνει ένα άτυπο αλλά λειτουργικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο συνδυάζει οικονομική εξωστρέφεια, ψηφιακή προσαρμογή και ποιότητα ζωής.
Το κρίσιμο ερώτημα για την πολιτική ηγεσία δεν είναι αν το φαινόμενο υπάρχει, αλλά αν μπορεί να μεταφερθεί στην ορεινή και αγροτική Ελλάδα, προτού η ερήμωση μετατραπεί σε μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Τα τελευταία δημογραφικά στοιχεία καταγράφουν μια σαφή εικόνα: η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου αποτελεί τη μοναδική γεωγραφική ενότητα της χώρας με σταθερά θετικό πρόσημο. Νησιά όπως η Νάξος και η Πάρος εμφανίζουν αύξηση μόνιμου πληθυσμού.
Οι τρεις πυλώνες
Οι αναλυτές συγκλίνουν σε τρεις βασικούς πυλώνες που εξηγούν γιατί τα νησιά κρατούν -και προσελκύουν- πληθυσμό:
– Η οικονομική διαφοροποίηση και ψηφιακή εργασία: Ο τουρισμός στις Κυκλάδες παραμένει βασικός μοχλός, αλλά δεν είναι πλέον μονοδιάστατος. Η ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας, σε συνδυασμό με την εξ αποστάσεως εργασία των digital nomads, έχει διαμορφώσει μια νέα κατηγορία μόνιμων κατοίκων: Επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης με σταθερά εισοδήματα, αυξημένη καταναλωτική δύναμη και περιορισμένη εξάρτηση από την εποχικότητα. Ετσι, νησιά όπως η Σύρος, η Τήνος και η Νάξος μετατρέπονται σε σύγχρονους τόπους εργασίας και διαβίωσης, όπου το τοπικό εισόδημα ενισχύεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Πρόκειται για ένα μοντέλο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ακόμη ευκολότερα στην ενδοχώρα, όπου το χαμηλότερο κόστος γης και στέγασης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τη μόνιμη εγκατάσταση ψηφιακών επαγγελματιών.
– Η ποιότητα ζωής με πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες: Οι Κυκλάδες συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά που αναζητούν όλο και περισσότερο οι νέες οικογένειες: φυσικό περιβάλλον, αίσθημα ασφάλειας και ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς, χωρίς όμως την απομόνωση που συχνά συνοδεύει την περιφέρεια. Η λειτουργία Κέντρων Υγείας, σχολικών μονάδων και αξιόπιστων μεταφορικών συνδέσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη μόνιμη εγκατάσταση και παραμονή κατοίκων. Μετά την πανδημία η ανάγκη για ήπιες συνθήκες διαβίωσης, επαφή με τη φύση και καθημερινή ασφάλεια απέκτησε κεντρική σημασία. Τα νησιά των Κυκλάδων προσφέρουν αυτό το ισορροπημένο πλαίσιο, διατηρώντας παράλληλα πρόσβαση σε κρίσιμες υπηρεσίες υγείας και παιδείας, στοιχείο που τα καθιστά βιώσιμους τόπους ζωής και όχι απλώς τουριστικούς προορισμούς.
– Το ψυχολογικό πλεονέκτημα και η αίσθηση συμμετοχής: Ενα νησί των Κυκλάδων δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένος τόπος, αλλά ως ενεργό μέρος ενός διεθνούς δικτύου. Η συνεχής τουριστική κινητικότητα, οι τακτικές μεταφορικές συνδέσεις και η διεθνής προβολή δημιουργούν αίσθημα «παγκόσμιας συμμετοχής», ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση των κατοίκων και περιορίζοντας το φαινόμενο του brain drain. Σε αντίθεση, ένα ορεινό χωριό της Πίνδου συχνά βιώνεται ως «κλειστό» ή «τελειωμένο» μέρος, με περιορισμένη ροή ανθρώπων και ιδεών, στερώντας από τους νέους την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Η σύνδεση με το εξωτερικό και η αίσθηση ενεργούς συμμετοχής καθιστούν τα νησιά των Κυκλάδων ελκυστικά όχι μόνο για τους τουρίστες, αλλά και για μόνιμη εγκατάσταση.
Η «κόκκινη ζώνη»
Στον αντίποδα, περιοχές όπως η Ευρυτανία, η Γορτυνία και τα ορεινά της Θράκης αντιμετωπίζουν σοβαρή δημογραφική πίεση. Η απουσία σύγχρονων υποδομών, κινήτρων για επιχειρηματικότητα και πρόσβασης σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας καθιστά δύσκολη την εγκατάσταση νέων οικογενειών. Η εγκατάλειψη δεν είναι επιλογή· είναι αποτέλεσμα έλλειψης προοπτικής. Η ηπειρωτική Ελλάδα διαθέτει φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους, αλλά υστερεί σε στρατηγικό σχεδιασμό. Περιοχές με μοναδικό κεφάλαιο παραμένουν εγκλωβισμένες σε αποσπασματικές πολιτικές επιδομάτων, χωρίς ουσιαστικές επενδύσεις σε υποδομές, ψηφιακά δίκτυα και παραγωγικές αλυσίδες αξίας. Η έλλειψη πρόσβασης σε ποιοτική υγεία και σταθερή εκπαίδευση αποτελεί τον κύριο λόγο φυγής των νέων οικογενειών, όχι η απουσία οικονομικών επιδομάτων.
Πολιτικές αναζωογόνησης της υπαίθρου
Χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν ήδη εφαρμόσει πολιτικές αναζωογόνησης της υπαίθρου, επενδύοντας σε ψηφιακά χωριά, φορολογικά κίνητρα και αποκέντρωση δημόσιων υπηρεσιών. Εκεί, η εγκατάσταση νέων επαγγελματιών στην περιφέρεια δεν θεωρείται κοινωνική πολιτική, αλλά στρατηγική ανάπτυξης. Η λύση δεν βρίσκεται στα επιδόματα γέννησης, αλλά στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών. Η εμπειρία των Κυκλάδων αποδεικνύει ότι η ψηφιακή συνδεσιμότητα μπορεί να εκμηδενίσει τις αποστάσεις: αν ένας επαγγελματίας μπορεί να εργάζεται από την Τήνο, μπορεί εξίσου να το κάνει από το Μέτσοβο ή την Κόνιτσα.
Η δημιουργία «ψηφιακών χωριών» με οπτική ίνα σε κάθε σπίτι, φορολογικά κίνητρα για νέους επαγγελματίες, επενδύσεις στην οικονομία της εμπειρίας -αγροτουρισμός, πολιτισμός και ευεξία- και εγγυημένη πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση συνιστούν τον πυρήνα μιας ρεαλιστικής πολιτικής αναζωογόνησης της ενδοχώρας. Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι νομοτελειακό. Οι Κυκλάδες απέδειξαν ότι, όταν ένας τόπος προσφέρει εργασία, ποιότητα ζωής και σύγχρονη ταυτότητα, οι άνθρωποι μένουν ή επιστρέφουν. Αν το «Κυκλαδίτικο Μοντέλο», προσαρμοσμένο στις ανάγκες της ηπειρωτικής χώρας, δεν εφαρμοστεί άμεσα, ο κίνδυνος μιας Ελλάδας με ζωντανές ακτές και «άδεια» βουνά είναι πλέον ορατός.

