Γιατί οι 30 ημέρες είναι κρίσιμες για κάθε κληρονόμο – Πρόσφατη υπόθεση που εξετάστηκε από την ΑΑΔΕ αποδεικνύει τη σκληρή πραγματικότητα
Ο χρόνος αποδεικνύεται συχνά ο πιο κρίσιμος παράγοντας στον φόρο κληρονομιάς, περισσότερο ακόμη και από το ίδιο το ποσό που καταλογίζει η εφορία. Η απώλεια των νόμιμων προθεσμιών μπορεί να καταστήσει έναν φόρο οριστικό, ακόμη και αν βασίζεται σε εσφαλμένο υπολογισμό ή σε λανθασμένο χαρακτηρισμό περιουσιακών στοιχείων. Για τη φορολογική διοίκηση, το καθοριστικό δεν είναι αν ο φόρος είναι ορθός, αλλά αν η αμφισβήτησή του έγινε εγκαίρως.
Τη σκληρή αυτή πραγματικότητα ανέδειξε πρόσφατη υπόθεση που εξετάστηκε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ. Κληρονόμος από τη Θράκη υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομιάς για ακίνητα που περιήλθαν στην κυριότητά του μετά τον θάνατο συγγενικού προσώπου τον Δεκέμβριο του 2024. Με βάση τη δήλωση, η φορολογική αρχή προχώρησε σε πράξη διοικητικού προσδιορισμού, επιβάλλοντας φόρο ύψους 5.617,19 ευρώ.
Ο κληρονόμος αμφισβήτησε τον καταλογισμό, υποστηρίζοντας ότι ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 69,92 τετραγωνικών μέτρων φορολογήθηκε ως επαγγελματικός χώρος, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για γεωργικό κτίσμα με σαφώς χαμηλότερη φορολογητέα αξία. Ωστόσο, το ζήτημα της ουσίας –δηλαδή αν ο χαρακτηρισμός και η αποτίμηση ήταν ορθά– δεν εξετάστηκε ποτέ.
Η υπόθεση «κόλλησε» σε τυπικό, αλλά καθοριστικό σημείο. Η πράξη προσδιορισμού φόρου αναρτήθηκε στο myAADE στις 18 Ιουνίου 2025 και, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, θεωρήθηκε ότι κοινοποιήθηκε δέκα ημέρες αργότερα, στις 29 Ιουνίου. Από την ημερομηνία αυτή ξεκίνησε να μετρά η αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών για την υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής. Η προθεσμία έληξε στις 29 Ιουλίου 2025, όμως η προσφυγή κατατέθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου. Το αποτέλεσμα ήταν η απόρριψή της ως απαράδεκτης, χωρίς καμία εξέταση της βασιμότητας των ισχυρισμών.
Στην πράξη, η ανάρτηση του φόρου στο myAADE ενεργοποιεί ένα «σιωπηλό χρονόμετρο». Αν ο φορολογούμενος δεν κινηθεί εντός του προβλεπόμενου 30ημέρου, ο φόρος παγιώνεται και καθίσταται απαιτητός, ακόμη κι αν στηρίζεται σε εμφανές λάθος ή σε εσφαλμένη αποτίμηση ακινήτου.
Ο φόρος κληρονομιάς εξοφλείται, κατά κανόνα, σε 12 ίσες διμηνιαίες δόσεις, με ελάχιστο ποσό τα 500 ευρώ για καθεμία, πλην της τελευταίας. Παρέχεται, ωστόσο, κίνητρο για άμεση εξόφληση, καθώς προβλέπεται έκπτωση 5% σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής εντός της προθεσμίας της πρώτης δόσης.
Παράλληλα, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει σημαντικές απαλλαγές, οι οποίες όμως συχνά δεν αξιοποιούνται ή χάνονται λόγω καθυστερήσεων και ελλιπούς ενημέρωσης. Δεν επιβάλλεται φόρος για περιουσία έως 400.000 ευρώ ανά δικαιούχο όταν κληρονόμοι είναι ο σύζυγος, το μέρος συμφώνου συμβίωσης ή τα ανήλικα τέκνα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αντίστοιχα, απαλλαγή ισχύει για κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους, για την απόκτηση πρώτης κατοικίας λόγω θανάτου, καθώς και για κινητή περιουσία στην αλλοδαπή Ελλήνων που ήταν εγκατεστημένοι εκεί για τουλάχιστον δέκα συνεχόμενα έτη.
Η συγκεκριμένη υπόθεση λειτουργεί ως σαφής προειδοποίηση: στον φόρο κληρονομιάς, η έγκαιρη αντίδραση δεν είναι απλώς τυπική υποχρέωση, αλλά προϋπόθεση για να εξεταστεί οποιαδήποτε ένσταση επί της ουσίας.


