Η Καρολίνα Σακελλαρίου μιλά στο «Enjoy» για τη σημασία της ενσυναίσθησης, τα στερεότυπα γύρω από τον αυτισμό και το πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές εμπειρίες ζωής.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Η Καρολίνα Σακελλαρίου, στον απαιτητικό πρωταγωνιστικό ρόλο, μιλά στο «Enjoy» για τη σημασία της ενσυναίσθησης, τα στερεότυπα γύρω από τον αυτισμό και το πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές εμπειρίες ζωής.
Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε περισσότερο διαβάζοντας για πρώτη φορά το κείμενο του έργου του Λι Χολ;
H καθαρότητα της φωνής της «Κουταλένιας». Δεν υπάρχει ίχνος αυτολύπησης. Είναι ένα παιδί που μιλάει για τον κόσμο με απόλυτη ειλικρίνεια, χιούμορ και βαθιά σοφία. Ενιωσα ότι δεν ζητά κατανόηση, αλλά αλήθεια κι αυτό ήταν κάτι που με κέρδισε αμέσως.
Η «Κουταλένια» άρχισε ως ραδιοφωνικό μονόδραμα στο BBC 4, για να μεταφερθεί έπειτα στο θέατρο και κατόπιν στην τηλεόραση. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η διαχρονικότητά της;
Κατά τη γνώμη μου οφείλεται στο ότι το έργο δεν στέκεται απέναντι στον αυτισμό για να τον εξηγήσει, αλλά μας βάζει μέσα στον τρόπο που βιώνεται. Δεν εγκλωβίζεται σε μια εποχή ή σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Μιλά για τη μοναξιά, την ανάγκη για αγάπη, την απώλεια, τη διαφορετική αντίληψη του κόσμου, πράγματα απολύτως διαχρονικά.
Το έργο ανέβηκε αρχικά στην Αγγλία τη δεκαετία του ’90. Θεωρείτε ότι η ιστορία της «Κουταλένιας» αποκτά διαφορετική σημασία όταν παρουσιάζεται σήμερα στην Ελλάδα του 2026;
Ναι, γιατί το 2026 υπάρχει πολύ περισσότερη γνώση και συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα απ’ ό,τι τη δεκαετία του ’90, αλλά όχι απαραίτητα και περισσότερη ουσιαστική κατανόηση στην καθημερινότητα. Οταν, λοιπόν, η «Κουταλένια» παρουσιάζεται σήμερα στην Ελλάδα δεν τη βλέπουμε σαν κάτι μακρινό, αλλά σαν μια ιστορία που μπορεί να μας αφορά άμεσα. Μας βάζει να δούμε πιο καθαρά ανθρώπους και καταστάσεις που υπάρχουν γύρω μας, στο σχολείο, στην οικογένεια, στην κοινωνία.
Αν η «Κουταλένια» γραφόταν σήμερα, πιστεύετε ότι θα άρχιζε ξανά από το ραδιόφωνο ή κάποιο άλλο μέσο;
Ισως σήμερα να άρχιζε από ένα ψηφιακό μέσο. Προσωπικά, θα μου άρεσε να άρχιζε από έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να την ακούσουν παιδιά, για παράδειγμα, από μια αφηγηματική εκπομπή ή ένα podcast. Ετσι, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφορμή για να μάθουν από νωρίς τα παιδιά να καταλαβαίνουν τους άλλους ανθρώπους.
Για την προετοιμασία του ρόλου ήρθατε σε επαφή με άτομα στο φάσμα του αυτισμού ή με ειδικούς;
Διάβασα πολλά βιβλία, ανάμεσά τους και παιδικά, και κράτησα εκτενείς σημειώσεις σε στενή συνεργασία με τον σκηνοθέτη μου. Σημαντικός οδηγός για μένα ήταν το βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολάου, αλλά και το βιβλίο της κόρης του «Με λένε Αρια», που μου άνοιξαν έναν τρόπο σκέψης και έκφρασης άμεσο και ειλικρινή.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο στερεότυπο γύρω από τον αυτισμό που έρχεται να ανατρέψει το έργο;
Ενα από τα πιο βαθιά ριζωμένα στερεότυπα είναι η ιδέα ότι τα παιδιά στο φάσμα υστερούν νοητικά. Το έργο έρχεται να δείξει ακριβώς το αντίθετο: ότι πρόκειται για παιδιά με οξύτατη σκέψη, ιδιαίτερη αντίληψη και πολλά χαρίσματα, που απλώς εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο.
Υπήρξε κάτι στον ρόλο που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα, ακριβώς επειδή δεν θέλατε να αγγίξετε την υπερβολή;
Το μεγαλύτερο άγχος μου ήταν να προσεγγίσω το θέμα με σεβασμό. Να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία, ώστε να μη γλιστρήσω στην υπερβολή, και να μη δώσω την αίσθηση ότι «παίζω κάτι», αλλά ότι αποδίδω τον ρόλο με αλήθεια. Αυτό απαιτούσε πειθαρχία και απόλυτη εμπιστοσύνη στο κείμενο και στον σκηνοθέτη μου.
Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη συμπερίληψη και την κατανόηση της διαφορετικότητας;
Απολύτως. Πηγαίνοντας στο θέατρο έρχεσαι σε επαφή με ζωές και χαρακτήρες που δεν είναι ίδιοι με εσένα. Αυτό από μόνο του σε βάζει να σκεφτείς διαφορετικά, να καταλάβεις καλύτερα πώς σκέφτεται και νιώθει ο άλλος. Και κάπως έτσι, χωρίς να σου λέει τι να πιστέψεις, το θέατρο σε κάνει πιο ανοιχτό απέναντι στους ανθρώπους γύρω σου.
Πόσο φιλική θεωρείτε ότι είναι σήμερα η Ελλάδα απέναντι στα άτομα με αναπηρία – όχι μόνο θεσμικά, αλλά και κοινωνικά;
Νομίζω ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται σταδιακά προς μια πιο φιλική στάση απέναντι στα άτομα με αναπηρία. Υπάρχει μεγαλύτερη οργάνωση και περισσότερη μέριμνα σε σχέση με το παρελθόν, κάτι που δείχνει μια ουσιαστική προσπάθεια βελτίωσης. Υπάρχει μια κατεύθυνση που εμπνέει αισιοδοξία.
Η Νίκη Παλληκαράκη υποδύεται τη μητέρα της «Κουταλένιας». Πώς ήταν η συνύπαρξή σας επί σκηνής και πώς κύλησε η συνεργασία των δυο σας με τον σκηνοθέτη της παράστασης Κώστα Σπυρόπουλο;
Νιώθω πραγματικά πολύ τυχερή που συνεργάζομαι με τη Νίκη Παλληκαράκη. Ηταν τιμή και χαρά να βρεθώ μαζί της επί σκηνής. Είναι εξαιρετική συνεργάτιδα και μου προσέφερε γενναιόδωρα τις συμβουλές και την εμπειρία της. Η συνεργασία μας με τον Κώστα Σπυρόπουλο ήταν άψογη. Είναι ένας πολύ δοτικός άνθρωπος, παρών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και πάντα δίπλα μας, κάτι που δημιούργησε ένα ασφαλές και δημιουργικό πλαίσιο δουλειάς.
Πέρα από τις σπουδές σας στο Θέατρο Τέχνης, έχετε διαγράψει μια πολυεπίπεδη ακαδημαϊκή διαδρομή (Ιστορία, Φιλοσοφία, Νομική, Εμπορικό Δίκαιο). Γιατί επιλέξατε να ρίξετε «άγκυρα» στο… λιμάνι της υποκριτικής;
Το θέατρο υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Από πολύ μικρή ηλικία η γιαγιά μου με πήγαινε συχνά στο θέατρο και αυτή η εμπειρία με σημάδεψε. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι είναι ένας χώρος όπου μπορώ να μπαίνω σε μαγικούς κόσμους και να νιώθω ελεύθερη μέσα από τις ιστορίες που αφηγούμαστε. Μου αρέσει η διαδικασία του να αφηγείσαι μια ιστορία και να τη μοιράζεσαι με τους ανθρώπους.
Τη φετινή σεζόν κάνατε το ντεμπούτο σας στην τηλεόραση, στο σίριαλ του Alpha «Να μ’ αγαπάς». Πώς σας φάνηκε αυτή η εμπειρία;
Μου φάνηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Νιώθω τυχερή που φέτος κάνω και θέατρο και τηλεόραση, γιατί έτσι καταλαβαίνω στην πράξη τις διαφορές των δύο μέσων. Στην τηλεόραση, ναι, μεν οι ρυθμοί είναι πολύ πιο γρήγοροι, αλλά υπάρχει χώρος να ξαναπροσπαθήσεις, αν κάτι δεν βγει. Στο θέατρο, όμως, όλα συμβαίνουν ζωντανά, μπροστά στους θεατές και κρίνονται εκείνη τη στιγμή. Αυτό το πέρασμα από το ένα στο άλλο έχει για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.
Στο σίριαλ έχετε κοινές σκηνές με την Ελισάβετ Μουτάφη, που φέτος έχει ταυτιστεί έντονα με τον ρόλο της «κακιάς». Πώς είναι η συνεργασία σας μαζί της στο πλατό;
Η συνεργασία μας είναι πάρα πολύ καλή. Η Ελισάβετ Μουτάφη είναι ένας πολύ ζεστός άνθρωπος, με μεγάλη εμπειρία και διάθεση να βοηθήσει. Από την πρώτη μέρα στο γύρισμα ένιωσα άνετα και αυτό βοήθησε πολύ στη δουλειά μας.
Αν η «Κουταλένια» μπορούσε να αφήσει ένα μήνυμα στο κοινό φεύγοντας από το θέατρο, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Θα ήθελα ο κόσμος να φύγει με τη σκέψη ότι υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν και αντιλαμβάνονται τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο και αυτό δεν τους κάνει λιγότερους. Να καταλάβει ότι όλοι έχουμε ανάγκη από αγάπη. Και μέσα σε αυτό να έχει γελάσει, γιατί η παράσταση έχει χιούμορ και στο τέλος να του μείνει ένα αίσθημα λύτρωσης, σαν να είδε κάτι ανθρώπινο και αληθινό.
Info: «Η Κουταλένια» του Λιλ Χολ, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21.00, στο θέατρο «Μουσούρη». Σκηνοθεσία: Κώστας Σπυρόπουλος, μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, ερμηνεύουν: Καρολίνα Σακελλαρίου & Νίκη Παλληκαράκη.
Σύνοψη: Η μικρή Κουταλένια, ένα αυτιστικό κορίτσι, αφηγείται τις σκέψεις της για τη ζωή, τον Θεό, την αγάπη, τη μουσική, την οικογένεια που διαλύεται, τους γιατρούς, τη μοναξιά και την απώλεια. Μέσα από την αθώα αλλά σοφή της ματιά, αναζητά το νόημα στα πιο απλά πράγματα και βρίσκει παρηγοριά στη μουσική της όπερας και στη φωνή της Μαρίας Κάλλας.


