Η Ελλάδα έπαψε να παράγει Ιστορία. Υπάρχει ως χώρος, ως αγορά, ως διοικητική μονάδα εντός της Ε.Ε., αλλά όχι ως συλλογικό υποκείμενο, επειδή η πολιτική έγινε διαχείριση και η δημοκρατία φορολογία
Πριν από το 1821 οι Ρωμιοί αποτελούσαν έναν χώρο «φυλών». Μοραΐτες, Ρουμελιώτες, Μακεδόνες, Βλάχοι, νησιώτες, καπετάνιοι, κλέφτες, αρματολοί, Αρβανίτες, χωρικοί, παπάδες. Κλειστές κοινότητες, με διαφορετικά συμφέροντα, αντιλήψεις και ιεραρχίες.
- Του Αλκιβιάδη Κεφαλά*
Πλην Φαναριωτών και κοτζαμπάσηδων, αυτό που τους ένωνε ήταν ο κοινός δυνάστης. Το 1821 οι φυλές συνασπίστηκαν, αποσκοπώντας πρωτίστως στην ατομική και τη συλλογική επιβίωση.
Το ελληνικό κράτος γεννήθηκε στην αντιπαλότητά του με το Ισλάμ. Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο και συστηματικά αποσιωπάται. Η «Μεγάλη Ιδέα» και το βασίλειο του Οθωνα ήταν τα αφηγήματα που στόχευσαν στην εθνική συνοχή. Ομως το κράτος προηγήθηκε της κοινωνίας και αυτό το έλλειμμα δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Απλώς καλύφθηκε.
Διακόσια χρόνια μετά η Ελλάδα επιστρέφει, όχι μεταφορικά, αλλά δομικά, στην κατάσταση των φυλών του 1821. Μόνο που οι φυλές σήμερα δεν είναι γεωγραφικές ή ένοπλες. Είναι κόμματα, οικογένειες, γραφειοκρατίες, επαγγελματικές συντεχνίες, η ελίτ, οι πολιτικοί, η φυλή των Βρυξελλών, που αντικατέστησε τους Φαναριώτες. Οι φυλές που κατακερματίζονται γύρω από αντικρουόμενες μικρο-στρατηγικές επιβίωσης. Ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο δημόσιος απέναντι στον ιδιωτικό, ο «προστατευμένος» απέναντι στον «αναλώσιμο». Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό ιστορικό άλμα προς τα πίσω, επειδή δεν υπάρχει ο κοινός παρονομαστής. Πριν από το 1821 οι φυλές ενώθηκαν απέναντι στον Οθωμανό. Σήμερα δεν υπάρχει εξωτερικός εχθρός που να λειτουργεί συσχετιστικά.
Ο τουρκικός κίνδυνος υποβαθμίζεται, αντί να προβάλλεται (είμαστε σε πόλεμο με την Ουκρανία). Free Palestine, ουρλιάζουν τα κόμματα. Υπάρχει, λοιπόν, μια κυρίαρχη ιδεολογία που λειτουργεί διαλυτικά. Ο συστημικός εσωτερικός ανθελληνισμός. Η δομική αντίληψη ότι ο ίδιος ο ελληνικός λαός είναι το πρόβλημα. Οτι η ιστορική συνέχεια είναι το βάρος. Οτι η έννοια του εντοπίου, του αυτόχθονα, του «εδώ ανήκω» είναι κάτι ύποπτο, οπισθοδρομικό ή επικίνδυνο.
Αυτός ο ανθελληνισμός δεν είναι περιθωριακός. Διατρέχει οριζοντίως και καθέτως την κοινωνία, το πολιτικό, το διοικητικό, το ακαδημαϊκό και το πολιτισμικό οίκημα. Εκφράζεται όταν η κοινωνική αδικία κανονικοποιείται, όταν η εργασία απαξιώνεται και η «πρόσβαση» επιβραβεύεται. Οταν ένας άνθρωπος με σαράντα ή πενήντα χρόνια δουλειάς θεωρείται «βάρος» και συνταξιοδοτείται με 1.000 ευρώ, ενώ η πολιτική τάξη έπειτα από τέσσερα χρόνια στο Κοινοβούλιο αυτοανταμείβεται με 4.950 ευρώ σύνταξη. Εκφράζεται όταν η ίδια η ιδέα της εθνικής ταυτότητας παρουσιάζεται ως κάτι που πρέπει να περιοριστεί, να εξουδετερωθεί, να απονευρωθεί στο όνομα μιας αφηρημένης «προόδου».
Εκφράζεται κυρίως όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός δηλώνει αντινατιβιστής. Το αποτέλεσμα είναι ιστορικά γνωστό και αμείλικτο. Απουσία εθνικής ταυτότητας σημαίνει καθολική αποτυχία. Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε. Κάτι χειρότερο, έπαψε να παράγει Ιστορία. Υπάρχει ως χώρος, ως αγορά, ως διοικητική μονάδα εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά όχι ως συλλογικό υποκείμενο, επειδή η πολιτική έγινε διαχείριση και η δημοκρατία φορολογία. Και εδώ βρίσκεται το πιο επώδυνο συμπέρασμα. Δεν υπάρχει αναστροφή. Οχι επειδή «τίποτα δεν αλλάζει», αλλά επειδή έχουν χαθεί οι φορείς της αλλαγής. Οι νέοι φεύγουν. Η δημογραφία καταρρέει όχι από φτώχεια, αλλά από απουσία οράματος.
Η σύγκρουση δεν εκφράζεται πολιτικά, αποσύρεται ιδιωτικά λόγω κοινών προνομίων και οικονομικών συμφερόντων. Οταν μια κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να χάσει κάτι για να σωθεί ως σύνολο, τότε έχει ήδη επιλέξει την ιστορική της έξοδο. Η Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με εκείνες τις χώρες που δεν κατέρρευσαν ποτέ θεαματικά, αλλά διαλύθηκαν αθόρυβα. Χώρες που συνέχισαν να υπάρχουν, αφού είχαν τελειώσει ιστορικά. Σαν μια προεπαναστατική επικράτεια χωρίς Οθωμανό, αλλά και χωρίς κοινό σκοπό.
Σαν μια σύγχρονη Λιβύη ή Αφρική χωρίς όπλα, αλλά με την ίδια απουσία συλλογικού «εμείς». Το πιο τραγικό δεν είναι η παρακμή. Είναι η κανονικότητά της. Η Ελλάδα δεν πεθαίνει με κραυγή. Πεθαίνει με διαχείριση. Και αυτό είναι το πιο σιωπηλό, το πιο βαθύ, το πιο οριστικό τέλος.
*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών


