Σοβαρές κατηγορίες για διακίνηση δεκάδων κοριτσιών και γυναικών από την Κολομβία προς την Αλβανία απαγγέλλει η κολομβιανή αστυνομία σε ύποπτο που φέρεται να εμπλέκεται σε οργανωμένο κύκλωμα καταναγκαστικής πορνείας. Η υπόθεση, που αποκαλύπτεται μέσα από την έρευνα της Ανίλα Χότζα, ερευνήτριας δημοσιογράφου και ακτιβίστριας για τα δικαιώματα των γυναικών στα Τίρανα, φωτίζει μια σκοτεινή διαδρομή εκμετάλλευσης με επίκεντρο την Αλβανία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, δεκάδες νεαρές γυναίκες στρατολογήθηκαν στο Μεντεγίν και την Μπογκοτά με υποσχέσεις για εργασία και γρήγορα χρήματα. Πολλές από αυτές πίστευαν ότι μετακινούνται με τη θέλησή τους, για να αντιληφθούν αργότερα ότι είχαν παγιδευτεί σε ένα καθεστώς εξαναγκασμού και σωματικής εκμετάλλευσης.
Το κύκλωμα Μπετανκούρ και τα κέρδη από τη δουλεία
Κεντρικά πρόσωπα στην υπόθεση φέρονται να είναι ο Λούκας Μπετανκούρ και ο πατέρας του, οι οποίοι θεωρούνται τα αφεντικά μιας από τις εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στη λεγόμενη βιομηχανία του καταναγκαστικού σεξ. Από τη δράση τους εκτιμάται ότι εισέπραξαν σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ, εκμεταλλευόμενοι γυναίκες που εξαναγκάζονταν να εργάζονται ως συνοδοί στην Αλβανία.
Αφού κρατήθηκαν σε καθεστώς ουσιαστικής δουλείας, πολλές από τις γυναίκες αυτές στάλθηκαν στη συνέχεια σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Σερβία, η Κροατία και η Ισπανία, διευρύνοντας το γεωγραφικό αποτύπωμα του κυκλώματος.
Για την Αλβανία, το φαινόμενο της εισαγόμενης πορνείας μέσω διεθνών κυκλωμάτων έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, ιδίως τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το δίκτυο του Μπετανκούρ δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Στα αρχεία της αλβανικής αστυνομίας καταγράφονται καθημερινά υποθέσεις που αφορούν κορίτσια από τη Βενεζουέλα, τον Ισημερινό, τη Βραζιλία, αλλά και από χώρες όπως η Ουκρανία, η Κίνα, το Αφγανιστάν, η Τουρκία και η Ρουμανία.
Οι μαρτυρίες που συνοδεύουν αυτές τις υποθέσεις περιγράφουν κοινά μοτίβα εξαπάτησης, απειλών και πλήρους άγνοιας του νομικού πλαισίου της χώρας στην οποία κατέληξαν.
«Δεν ήξερα ότι ερχόμουν για αυτή τη δουλειά»
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της 23χρονης Βαλεντίνα, η οποία περιγράφει πώς βρέθηκε από την Κολομβία στην Αλβανία, χωρίς να γνωρίζει τι την περίμενε. «Ήρθα εδώ με μια φίλη που ήταν φίλη της οικογένειάς μου. Δεν ήξερα ότι ερχόμουν για αυτή τη δουλειά και ότι ήταν νομικά τιμωρήσιμη», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, στην Κολομβία η πορνεία είναι νόμιμη, γεγονός που συνέβαλε στην παραπλάνησή της. «Όταν ήρθα στην Αλβανία δεν ήξερα ότι η αστυνομία θα χτυπούσε την πόρτα», λέει, περιγράφοντας το σοκ της αστυνομικής επιχείρησης στο διαμέρισμα όπου διέμενε.
Η ίδια δηλώνει ότι εργαζόταν ως αισθητικός στην πατρίδα της, αλλά ο χαμηλός μισθός δεν επαρκούσε για να συντηρήσει το παιδί της και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της. «Οι διακινητές με έπεισαν ότι εδώ βγάζουν χρήματα και έτσι ήρθα. Στόχος μου ήταν να ανοίξω το δικό μου κέντρο αισθητικής όταν θα επέστρεφα στο Μεδεγίν», σημειώνει.
Τελικά, όπως καταγγέλλει, έμεινε στην Αλβανία τέσσερις μήνες χωρίς να δει τα χρήματα που της υποσχέθηκαν, ενώ σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με νομικά προβλήματα, καθώς στην Αλβανία η πορνεία αποτελεί ποινικό αδίκημα.
Ψεύτικες ταυτότητες και ψηφιακές «βιτρίνες»
Η ιστορία της Βαλεντίνα δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ενδεικτική της εμπειρίας δεκάδων άλλων γυναικών που συνελήφθησαν σε τουλάχιστον 75 αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα σε έναν χρόνο στην Αλβανία. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι γυναίκες γνωρίζουν πριν φύγουν από την πατρίδα τους ότι θα εργαστούν ως ιερόδουλες, παρουσιάζονται όμως ως ανεξάρτητες επαγγελματίες που πληρώνονται με την ώρα ή την ημέρα.
Χωρίς τα πραγματικά τους ονόματα και με ψεύτικες ταυτότητες, τα ανώνυμα κορίτσια προωθούνται μέσω ψηφιακών πλατφορμών, σε εικονικές βιτρίνες που διευκολύνουν τη δράση των κυκλωμάτων και δυσχεραίνουν τον εντοπισμό των πραγματικών υπευθύνων.


