Σε διεθνές συνέδριο διεθνολόγων στην Κύπρο, που οργάνωσαν ο Καθηγητής Στέλιος Περράκης και το Πανεπιστήμιο, μίλησε ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Παρόντες ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, καθώς και, ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης, ο Υπουργός Μετανάστευσης κ. Ιωαννίδης.
Στην παρέμβασή του, ο Βουλευτής Ροδόπης της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε για πρώτη φορά δημόσια στις διαπραγματεύσεις του Σχεδίου Ανάν, καταθέτοντας άγνωστες πτυχές για τον ιστορικό του μέλλοντος.
Συγκεκριμένα τόνισε:
«Θα μου επιτρέψετε μια βιωματική προσέγγιση του θέματος, η οποία, πιστεύω, μπορεί να συνεισφέρει μια χρήσιμη κατάθεση για τον ιστορικό του μέλλοντος.
Η πολιτική μου σταδιοδρομία ως μέλος της Εκτελεστικής, και όχι της Νομοθετικής, εξουσίας ξεκινά από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας (2004–2007). Ήμουν το νεότερο μέλος της Κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, δίπλα στον έμπειρο και συνετό Υπουργό, τον αείμνηστο Πρέσβη Πέτρο Μολυβιάτη, ο οποίος κουβαλούσε συμπυκνωμένη την εμπειρία και τη σοφία άσκησης εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Το πρώτο καυτό θέμα που αντιμετωπίσαμε μόλις ορκιστήκαμε και αναλάβαμε ήταν το Σχέδιο Ανάν.
Θυμάμαι ότι μας συγκέντρωσε όλους στο γραφείο του —Υφυπουργούς και υπηρεσιακή ηγεσία. Λίγο αργότερα άνοιξε η πόρτα και ένα τροχήλατο καρότσι έφερε μερικούς τεράστιους τόμους με χιλιάδες σελίδες. Τους μοίρασε ανά τόμο στους αρμόδιους διευθυντές, με την εντολή να μελετήσουν τα κεφάλαια που τους αφορούσαν με τα επιτελεία τους και να επιστρέψουν με συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις σε λίγες ώρες.

Εμάς, την πολιτική ηγεσία, μας συγκέντρωσε γύρω του. Πήρε την επιτομή —περίληψη του κειμένου— και μας είπε: «Κύριοι, αυτό είναι το Σχέδιο Ανάν – Χάνεϊ. Σε λίγες ώρες το πρωθυπουργικό αεροπλάνο αναχωρεί για τις διαπραγματεύσεις. Από τις επισημάνσεις μας εξαρτάται η μοίρα της Μεγαλονήσου μας… Κάντε γρήγορα το καθήκον σας».
Στη συνέχεια διέτρεξε ο ίδιος την επιτομή διαγωνίως και με ένα κόκκινο στυλό σημείωσε τα πέντε–έξι πιο κρίσιμα σημεία. Το έμπειρο μάτι του γηραιού διπλωμάτη είχε πετύχει με τη μία την καρδιά του ζητήματος.
Το προηγούμενο διάστημα είχαν ξεκινήσει οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η Τουρκία είχε διαμηνύσει ότι ένταξη χωρίς λύση σημαίνει casus belli για την Κύπρο. Η ένταξη είχε προλάβει να ολοκληρωθεί πριν την τελική διαπραγμάτευση, δηλαδή πριν την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έπρεπε, λοιπόν, να συνεχίσει τη διπλωματική προσπάθεια για λύση, ώστε να είναι συνεπής.

Για να αμβλυνθεί η οποιαδήποτε ένταση, η Ελλάδα ξεκίνησε έναν αγώνα για εκλογή στα μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους μεγάλους όταν θα ολοκληρωνόταν το δημοψήφισμα, για κάθε ενδεχόμενο. Για να επιτευχθεί αυτή η θωράκιση της ασφάλειας της Κύπρου, συμφωνήσαμε στην επόμενη διετή περίοδο να στηρίξουμε στην αντίστοιχη θέση και την Τουρκία. Έτσι πετύχαμε τη θριαμβευτική εκλογή μας με 182 στους 185 ψήφους της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Εξαιρετικός ήταν επίσης ο συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ρόλος της Ελλάδας εξισορροπούσε και κάλυπτε την Κύπρο, ώστε να μην εκτεθεί ή κινδυνεύσει —και το αντίστροφο. Το δόγμα Καραμανλή–Παπαδόπουλου το περιέγραψε μια φράση: «Η Κύπρος αποφασίζει — Η Ελλάδα συμπαρίσταται».
Η Σύνοδος Δωρητών στις Βρυξέλλες
Μεταξύ των διαπραγματεύσεων και του δημοψηφίσματος μεσολάβησε η Σύνοδος Δωρητών (Donors Conference) στις Βρυξέλλες, παρουσία των μεγάλων δυνάμεων. Ο Πέτρος Μολυβιάτης μου ζήτησε να εκπροσωπήσω την Ελληνική Κυβέρνηση:
«Μα, εγώ Υπουργέ, είμαι από τη Θράκη. Πώς θα μπορούσα να συμβάλω στο τέλος της Κυπριακής Δημοκρατίας προσφέροντας χρήματα για ένα κράτος–κατασκευή, την ώρα που μόλις καταστήσαμε την Κύπρο μας αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής οικογένειας; Την ώρα δηλαδή που ξαναενώνεται θεσμικά με την Ελλάδα;»
«Για αυτόν ακριβώς τον λόγο θα πας εσύ. Εσένα εμπιστεύομαι… Θα έχεις στις τσέπες σου δύο ομιλίες έτοιμες. Στην αριστερή τσέπη θέλω να έχεις αυτή που θα συνεισφέρεις χρήματα, αν και εφόσον προσφέρουν και οι μεγάλοι. Στη δεξιά τσέπη θα έχεις μια ομιλία με τις πάγιες εθνικές θέσεις, που θα τη χρησιμοποιήσεις αν δεις ότι οι δωρητές θεωρητικολογούν. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φαινόμαστε κακοπροαίρετοι, ώστε να μπορούμε να υπερασπιστούμε αξιόπιστα την Κύπρο και την Ελλάδα, ό,τι κι αν συμβεί. Καλή τύχη και ο Θεός μαζί σου».
«Η μάχη ξεκίνησε από το ασανσέρ»
Έφτασα στο κτίριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες με άγχος αλλά και αυτοπεποίθηση. Αυτή ήταν η πρώτη μου αποστολή ως Έλληνα Υφυπουργού Εξωτερικών. Η μάχη ξεκίνησε από το ασανσέρ. Δεν με αναγνώριζαν, διότι ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόμουν. Μπήκε μαζί μου κατά σύμπτωση ο Αλβάρο ντε Σότο, ως εκπρόσωπος του Κόφι Ανάν. Συνοδευόταν από δύο συνεργάτες του, στους οποίους, με επιτακτικό και αλαζονικό ύφος, ειρωνεύτηκε την ελληνική πλευρά και έλεγε συνέχεια:
«Σας είπα ο εθνικός ύμνος να είναι ευχάριστη μουσική χωρίς λόγια και η σημαία να μην έχει μπλε και κόκκινα χρώματα…».
Δεν άντεξα και γύρισα και του είπα: «Πώς μιλάτε, κύριε, έτσι με τόση ευκολία για τα σύμβολα ενός έθνους;»
Με κοίταξε αιφνιδιασμένος: «Ποιος είστε, κύριε;» μου απάντησε. Του επανέλαβα λίγο πιο επιθετικά και τσαμπουκαλίδικα την παρατήρησή μου και, όταν με ξαναρώτησε ποιος είμαι, του απάντησα:
«Είμαι ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας και λυπάμαι πολύ που ο διαιτητής σφυρίζει «πέναλτι από τα αποδυτήρια».
Τότε άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ. Είχαμε φτάσει. Παρότι κατάλαβα την αμηχανία του και την προσπάθεια να δικαιολογηθεί, του γύρισα την πλάτη και έφυγα στο διάδρομο. Αντιλήφθηκα αρχικά ότι πήγε να με ακολουθήσει, γιατί έβλεπε ότι είχε εκτεθεί. Κινδύνευε να χάσει την αξιοπιστία του ως διαμεσολαβητής και ίσως τον πιο σημαντικό ρόλο που του είχε αναθέσει ο Γενικός Γραμματέας. Όμως μετά τα πρώτα βήματα σταμάτησε. Θα προσπαθούσε αργότερα διαφορετικά.
«Κανένας δεν δεσμεύτηκε για τίποτα»
Στη σύνοδο, η Κυπριακή κυβέρνηση υποβάθμισε την εκπροσώπησή της σε επίπεδο τεχνοκράτη —νομίζω τραπεζίτη και όχι πολιτικού. Αντίθετα, η Τουρκική πλευρά είχε τον αντιπρόεδρό της και η τουρκοκυπριακή τον Ταλάτ. Η Σύνοδος Δωρητών ευτυχώς έληξε άδοξα. Κανένας δεν δεσμεύτηκε για τίποτα. Οπότε κι εγώ διάβασα την ομιλία της δεξιάς τσέπης. Ωστόσο ο Αλβάρο ντε Σότο μας ειδοποίησε ότι οι τέσσερις πλευρές πρέπει να παραμείνουν για κλειστό γεύμα εργασίας, προσπαθώντας να διασκεδάσει το πρωινό επεισόδιο. Τα πράγματα όμως συνέχιζαν να μην του πηγαίνουν καλά.
Καθόταν στη μέση ενός μακρόστενου τραπεζιού, έχοντας δεξιά του τον Ταλάτ και αριστερά του τον εκπρόσωπο της Κύπρου. Απέναντί του κάθισε ο Φερχόιγκεν, Επίτροπος Εξωτερικών της Ένωσης. Εγώ καθόμουν αριστερά του, απέναντι ακριβώς από τον Ταλάτ, και δεξιά του καθόταν ο αντιπρόεδρος του Ερντογάν. Αριστερά μου καθόταν οι συνεργάτες του Φερχόιγκεν.
Η προσπάθεια ντε Σότο
Ο ντε Σότο, επιχειρώντας να σπάσει τον πάγο και να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, άνοιγε συζητήσεις άσχετες με το θέμα μας και δεν μίλησε καθόλου για την αποτυχία της Συνόδου. Κάποια στιγμή ο Ταλάτ ζήτησε στα αγγλικά από τον Επίτροπο να τον συναντήσει ιδιαιτέρως στις 17:30, μετά το πέρας του δείπνου. Τότε ο Φερχόιγκεν απάντησε ότι δυστυχώς δεν μπορεί, γιατί θα έφευγε το αεροπλάνο του και είχε προγραμματισμένο ραντεβού με τον γιατρό του, αν θυμάμαι καλά για εγχείρηση καταρράκτη. Αρνήθηκε στον Ταλάτ το ραντεβού και μου έκλεισε το μάτι, σα να ήθελε να μου το «πουλήσει». Παρέμεινα ανέκφραστος, διότι διαισθανόμουν ότι ήταν ενήμερος για το επεισόδιο του ασανσέρ.
Μετά από είκοσι λεπτά γύρισε προς τους συνεργάτες του, που καθόταν αριστερά μου, και είπε στα γερμανικά να κανονίσουν το ραντεβού με τον απέναντί μου (Ταλάτ) και, αν χρειαστεί, να πάνε πιο πίσω την πτήση του. Προφανώς δεν γνώριζε ότι μιλάω γερμανικά. Οπότε, απαντώντας του στα γερμανικά, τον ρώτησα ενώπιον όλων γιατί δεν ενημερώνει το συνεργάτη του στα αγγλικά, για να το καταλάβει και ο Ταλάτ. Κοκκίνισε ολόκληρος, καταλαβαίνοντας ότι έκανε τα πράγματα χειρότερα. Ο Κύπριος αδελφός, όταν αποχωρούσαμε, ήρθε και με αγκάλιασε για να με ευχαριστήσει, γνωρίζοντας μόνο τον δεύτερο διάλογο και ενθουσιάστηκε όταν του μίλησα και για τον πρώτο στο ασανσέρ.
Αρκετές μέρες αργότερα έπρεπε να ταξιδέψω στη Λευκωσία για να συναντήσω τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, ώστε να προχωρήσουμε κοινές δράσεις του Κυπριακού ΥΠΕΞ με την Hellenic Aid για θέματα αναπτυξιακής βοήθειας. Όταν έφτασα στο Hilton, χτύπησε το τηλέφωνο και με ενημέρωσαν ότι ένα αυτοκίνητο θα με παραλάβει για να με μεταφέρει στο Προεδρικό Μέγαρο, διότι ήθελε να με συναντήσει ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος. Διατύπωσα την επιφύλαξή μου μήπως παρεξηγηθεί από τους δημοσιογράφους, καθώς ο λόγος του ταξιδιού μου ήταν πολύ συγκεκριμένος. Η κυρία από την προεδρία επέμενε στην επιθυμία του Προέδρου, διαβεβαιώνοντάς με ότι δεν θα υπάρχουν δημοσιογράφοι.
«Σε αυχαριστώ για όσα έκανες για την Κύπρο»
Όταν έφτασα στο Προεδρικό, ο Πρόεδρος με περίμενε στην πόρτα του γραφείου του. Τον έβλεπα για πρώτη φορά. Με χαιρέτησε, με αγκάλιασε πατρικά και με οδήγησε μέσα. Όταν κάθισα απέναντί του, μου είπε λόγια που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω:
«Ξέρω ποιος είσαι και τι αγώνα κάνεις στη Θράκη. Σε κάλεσα να σε ευχαριστήσω για όσα έκανες για την Κύπρο στις Βρυξέλλες. Χαίρομαι που στη γενιά σου βρίσκω έναν πολιτικό που σκέφτεται έτσι. Θέλω να ξέρεις ότι εγώ κατάφερα στη ζωή μου ό,τι ήθελα. Είμαι πλούσιος (άνετος οικονομικά), είμαι πρόεδρος, αλλά έχω και καρκίνο. Την Κύπρο την παρέλαβα κράτος και δεν σκοπεύω να την παραδώσω κοινότητα…».
Ήταν ανατριχιαστικό, συγκινητικό και αφυπνιστικό να ακούω αυτά τα λόγια από έναν έμπειρο διαπραγματευτή, έναν πραγματικό μαχητή και έναν γνήσιο και φλογερό πατριώτη. Σημάδεψαν βαθιά την πολιτική μου σκέψη και ενίσχυσαν την πατριωτική μου συνείδηση. Τα ξανακούσα αργότερα στο διάγγελμα του Τάσσου Παπαδόπουλου, λίγο πριν το δημοψήφισμα και το ΟΧΙ των Ελληνοκυπρίων.
Ακολούθησαν και άλλα κεφάλαια μέχρι το δημοψήφισμα, όπου ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος επανέλαβε δημοσίως την ίδια φράση, αλλά δεν είναι της παρούσης να τα αναφέρω.
Μετά από αυτή την κατάθεση ψυχής, δεν θα προχωρήσω σε θετική ή αρνητική αξιολόγηση του Σχεδίου Χάνεϊ–Ανάν. Άλλωστε έχουν ακουστεί μέχρι σήμερα αρκετά επιχειρήματα από όλες τις πλευρές. Θα περιοριστώ μόνο σε μερικές αξιολογικές παρατηρήσεις προς προβληματισμό:
1. Τι θα συνέβαινε σήμερα αν τότε είχε διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία ως νέο κράτος–μέλος της ΕΕ, προέκυπταν εκ των υστέρων τα λειτουργικά αδιέξοδα στο νέο κατασκευασμένο κράτος και η Τουρκία μεταλλάσσονταν —όπως και έγινε στη συνέχεια— σε μια επιθετική, αναθεωρητική, νεοοθωμανική και ηγεμονική δύναμη στην Κύπρο και γενικότερα στην περιοχή; Θα ήταν τα πράγματα καλύτερα ή χειρότερα;
2. Η λύση που προτάθηκε τότε ως «δίκαιη και βιώσιμη» δεν γνωρίζω αν ήταν βιώσιμη, σίγουρα πάντως δεν ήταν δίκαιη, διότι εξίσωνε θύτη και θύμα, διατηρούσε στρατό κατοχής, επιδίωκε να παραγράψει από το λεξιλόγιο της δημόσιας διπλωματίας την έννοια της παράνομης εισβολής και κατοχής και να ακυρώσει τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ στην πράξη.
3. Οι συνεχιζόμενες προσπάθειες για λύση δεν έδειξαν βελτίωση, αλλά επιδείνωση της τουρκικής συμπεριφοράς, η οποία προωθούσε ακόμα και τη «λύση δύο κρατών», δηλαδή τη de jure διχοτόμηση, προσπερνώντας ακόμη και τη θέση για μία «Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία».
Σε όσους τότε βιαζόντουσαν για λύση τύπου Ανάν, χωρίς μέχρι σήμερα να επιδιώξουν μια Ευρωπαϊκή λύση, έχω να πω δύο σκέψεις. Πρώτον, στην εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να έχουμε το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες εκλογές, αλλά στις επόμενες γενιές — και δεν πρέπει να την ασκούμε για εσωτερική κατανάλωση. Δεύτερον, χρειάζεται ατελείωτη υπομονή και επιμονή στον στόχο. Μη ξεχνάτε ότι στη Θράκη μείναμε σκλαβωμένοι στους Οθωμανούς όχι 400, αλλά 600 χρόνια, διότι σκλαβωθήκαμε 100 χρόνια νωρίτερα και απελευθερωθήκαμε 100 χρόνια αργότερα. Τα καταφέραμε όμως, διότι μείναμε προσηλωμένοι στον στόχο.
Για να συμβάλω στον σύγχρονο προβληματισμό, διερωτώμαι:
-Η Κύπρος είναι πλέον μόνιμο μέλος της ΕΕ.
-Απέφυγε έντεχνα τις απειλές που είχαν εκτοξευτεί από την Τουρκία για πόλεμο, αν ενταχθεί χωρίς λύση.
-Ανακήρυξε την ΑΟΖ της.
-Εντάχθηκε πλήρως στην ΕΕ.
Σήμερα, επομένως, μια λύση οφείλει να έχει ευρωπαϊκό πρόσημο, για να είναι όχι μόνο βιώσιμη, αλλά και δίκαιη. Η απομάκρυνση του στρατού κατοχής, η κατάργηση των εγγυητριών δυνάμεων, η επανένωση του νησιού, η επιστροφή εδαφών και η απελευθέρωση κατοίκων και περιουσιών θα μπορούσαν να επιτευχθούν με μία Ευρωπαϊκή λύση στο Κυπριακό.
«Η ευρωπαϊκή λύση, δυστυχώς, δεν επιδιώχθηκε μέχρι σήμερα»
Μία τέτοια λύση προϋποθέτει την απόλυτη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, δηλαδή όλων των ευρωπαϊκών ελευθεριών: ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης ανθρώπων, κίνηση κεφαλαίων και επιχειρήσεων, ελευθερία εργασίας, αποτελεσματική προστασία των μειονοτήτων και όλων των κοινωνικών ομάδων. Όλα αυτά σε μια ενιαία, ανεξάρτητη και δημοκρατική Κύπρο, ελεύθερη, με διεθνή προσωπικότητα, όπου η ίδια η ΕΕ θα εγγυάται τα δικαιώματα όλων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Η ευρωπαϊκή λύση, δυστυχώς, δεν επιδιώχθηκε μέχρι σήμερα. Οι προτάσεις που αυτή περιλαμβάνει είναι απόλυτα ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες. Ενδεχομένως, μέσα στο αναστατωμένο σημερινό διεθνές περιβάλλον, να κρύβεται η ελπίδα να μετατρέψουμε τον κίνδυνο σε ευκαιρία.
Αυτό όμως απαιτεί εθνική ενότητα, έξυπνη διπλωματία και, φυσικά, την απόφαση αυτή τη φορά να προσέλθουμε με δική μας πρόταση, που δεν μπορεί να είναι άλλη από την Ευρωπαϊκή λύση. Το λάθος που έχουμε κάνει είναι ότι δεν χρησιμοποιήσαμε ποτέ την ευρωπαϊκή πλατφόρμα με την ευρεία εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου και δεν καταθέσαμε ολοκληρωμένη πρόταση, τρέχοντας συνήθως πίσω από τις προτάσεις των άλλων, οι οποίοι τις φιλτράρουν πάντα μέσα από τα δικά τους συμφέροντα.
Θέλω να πιστεύω ότι μέσα στη δύσκολη και επικίνδυνη συγκυρία που βιώνουμε ίσως να κρύβεται μια ευκαιρία για την πατρίδα μας. Πρέπει να έχουμε τα αντανακλαστικά να την αδράξουμε, ταυτίζοντας ευφυώς, αν είναι εφικτό, τα δικά μας δίκαια με τα συμφέροντα των ισχυρών.