Στα κάγκελα ο Σύλλογος Δανειοληπτών: «Διορθώνει απλώς την τρέχουσα ισοτιμία κατά την ημερομηνία μετατροπής του σε ευρώ»
Σε λιγότερο από 10 ημέρες και συγκεκριμένα στις 19 Φεβρουαρίου αναμένεται να αρχίσει η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων ένταξης των ενήμερων δανείων σε ελβετικό φράγκο στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ενώ την ίδια ημερομηνία αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή και η ηλεκτρονική πλατφόρμα της γενικής γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Σημειώνεται πως η νέα ρύθμιση είναι προαιρετική και προβλέπει τη μετατροπή τους σε ευρώ με «κούρεμα» της τρέχουσας ισοτιμίας από 15% έως και 50%, ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του οφειλέτη, και σταθερό επιτόκιο. Ωστόσο, η νέα νομοθεσία, όπως καταγγέλλουν οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο, δεν προχωρά σε πραγματικό «κούρεμα», αλλά σε διόρθωση ενός χρόνια λανθασμένου υπολογισμού.
Η ρύθμιση προβλέπει τέσσερις κατηγορίες, τις οποίες οι δανειολήπτες δεν μπορούν να επιλέξουν στην πράξη. Εντάσσονται ανάλογα με το εισόδημα και την περιουσιακή τους κατάσταση και με βάση αυτά καθορίζεται το ύψος του «κουρέματος», αλλά και το επιτόκιο μέχρι τη λήξη του δανείου τους.
Στην πρώτη κατηγορία, που αφορά τους ασθενέστερους οικονομικά δανειολήπτες, προκύπτει «κούρεμα» στην τρέχουσα ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το ευρώ κατά 50%. Το επιτόκιο της ρύθμισης θα είναι σταθερό στο 2,3% (βλέπε πίνακα 1).
Στη δεύτερη κατηγορία η βελτίωση της ισοτιμίας φτάνει το 30% με σταθερό επιτόκιο 2,5% (βλέπε πίνακα 2).
Στην τρίτη κατηγορία προβλέπεται «κούρεμα» 20% και σταθερό επιτόκιο 2,7% (βλέπε πίνακα 3).
Στην τέταρτη κατηγορία θα ενταχθούν όσοι δανειολήπτες δεν εμπίπτουν σε καμία από τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες και θα έχουν τη δυνατότητα μετατροπής με ισοτιμία μετατροπής κατά 15% και επιτόκιο δανείου 2,90%.
Η ρύθμιση όπως έχουν τεθεί τα εισοδηματικά όρια, σε συνδυασμό με τα όρια αξίας της ακίνητης περιουσίας, μοιάζει να έχει φτιαχτεί με τρόπο ώστε η πλειονότητα των οφειλετών που θα την επιλέξει να οδηγηθεί στην 4η κατηγορία (μείωση ισοτιμίας κατά 15%), με ελάχιστο, δηλαδή, όφελος. Εξαίρεση αποτελεί η κατηγορία ΑμεΑ, η οποία θα ενταχθεί στην 1η κατηγορία (του 50%), έχοντας πιστοποιημένη αναπηρία τουλάχιστον 67%.
Για τις τρεις πρώτες κατηγορίες η ρύθμιση θα γίνει ψηφιακά, μέσω πλατφόρμας, ενώ για την κατηγορία 15% οι δανειολήπτες θα υποβάλουν το αίτημά τους στην τράπεζα με την οποία έχουν καταρτίσει το δάνειο ή στους ειδικούς διαδόχους αυτής. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποκρύπτει το γεγονός πως στο τελικό επιτόκιο δεν περιλαμβάνεται η εισφορά του ν. 128/1975, δηλαδή θα πρέπει να προστεθεί στο εκάστοτε επιτόκιο +0,12%. Δηλαδή, οι περισσότεροι δανειολήπτες (κατηγορία 4) θα κληθούν να καταβάλουν ένα όχι και τόσο φθηνό επιτόκιο που ξεπερνά το 3% (βλέπε πίνακα 4).

Τα «ψιλά γράμματα»
Με ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου επισημαίνει πως η ρύθμιση της κυβέρνησης για όλα τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο διαφημίζεται ότι λύνει το χρόνιο πρόβλημα των δανειοληπτών. Παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς περί λύσης, ο σύλλογος αναλύει τους λόγους για τους οποίους το «κούρεμα» οφειλής δεν είναι τελικά «κούρεμα», καθώς στην πράξη διορθώνει απλώς την τρέχουσα ισοτιμία κατά την ημερομηνία μετατροπής του δανείου σε ευρώ, κατά την ημέρα, δηλαδή, που θα ενταχθεί κάποιος, αν το επιθυμεί, στη ρύθμιση.
Παράλληλα, με την ένταξη του δανειολήπτη στη ρύθμιση καταργούνται οι εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες για τον δανειολήπτη, καθώς αποποιείται κάθε νόμιμου δικαιώματός του. Επίσης, όσοι δανειολήπτες κατάφεραν να αποπληρώσουν το δάνειό τους δεν έχουν κανένα όφελος, εφόσον πλέον δεν υφίσταται δάνειο, παρά το γεγονός ότι ζημιώθηκαν από τη μετατροπή του δανείου τους σε ελβετικό φράγκο, καταβάλλοντας για χρόνια υπέρογκες δόσεις. Χωρίς όφελος καταλήγουν και όσοι αποπληρώνουν το δάνειό τους την επόμενη τετραετία, καθώς στη λήξη του δανείου καταβάλλεται κυρίως κεφάλαιο και όχι οι τόκοι.
Πότε οι οφειλέτες χάνουν τη ρύθμιση και «γυρίζουν» στο αβάσταχτο χρέος
Οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο που αποδεχθούν την κυβερνητική πρόταση θα πρέπει να γνωρίζουν πως προϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης είναι η τήρησή της για όλη τη διάρκεια και μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου. Εάν δεν τηρηθεί, η ρύθμιση παύει να ισχύει αναδρομικά από την έναρξη της εφαρμογής της, με αποτέλεσμα να χάνεται η όποια μείωση του δανείου. Στην πράξη γίνεται άμεσα απαιτητό το αρχικό ποσό πριν από την εφαρμογή της μειωμένης ισοτιμίας.


