Το… κώδωνα του κινδύνου χτυπά η Κομισιόν για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Στο επίκεντρο του ετήσιου Debt Sustainability Monitor, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί την υψηλή επισήμανση για τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους που αφορούν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της Ελλάδας.
Η έκθεση υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της συνέχισης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προειδοποιώντας παράλληλα για την ανάγκη να μην υποτιμηθούν παράγοντες αβεβαιότητας που ενδέχεται να μετατραπούν σε έκτακτα βάρη για τον προϋπολογισμό, με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ να αναφέρεται ρητά ως πεδίο πιθανών επιπτώσεων.
Αν και ο βραχυπρόθεσμος ορίζοντας εμφανίζεται ασφαλής, με την Επιτροπή να καταγράφει χαμηλό κίνδυνο και να σημειώνει την ύπαρξη επενδυτικής βαθμίδας για τη χώρα, το κλίμα στο ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει ήρεμο.
Ενδεικτικά, το περιθώριο απόδοσης του 10ετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού τίτλου διαμορφώθηκε στις 63 μονάδες βάσης (στοιχεία 31/12/2025), ωστόσο, η Επιτροπή εντάσσει λειτουργικά τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δημοσιονομικών κινδύνων.
Το «καμπανάκι» για την επόμενη δεκαετία είναι ξεκάθαρο. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, ενώ το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αποκλιμακωθεί από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 123,5% το 2036 (μέσω 147,6% το 2025), οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παρουσιάζουν ανοδική τροχιά.
Από ποσοστά γύρω στο 9% του ΑΕΠ στην τρέχουσα διετία (9,0% το 2024 και 8,8% το 2025), εκτινάσσονται στο 17,0% έως το 2035. Σε αυτό το πλαίσιο, ο συνολικός δείκτης κινδύνου βαθμολογείται ως μεσαίος στο βασικό σενάριο, ωστόσο ανεβαίνει σε υψηλό επίπεδο στο ιστορικό σενάριο πρωτογενούς ισοζυγίου.
Στους παράγοντες που επιβαρύνουν την εικόνα συμπεριλαμβάνονται οι κρατικές εγγυήσεις ως δίαυλος ενδεχόμενων υποχρεώσεων, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η σημαντικά αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση.
Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή καταγράφει τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις και τις οικονομικές επιπτώσεις από τους ελέγχους σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα αγροτικά σχήματα, με τον ΟΠΕΚΕΠΕ να έχει την τιμητική του.
Από την άλλη πλευρά, η έκθεση αναγνωρίζει τα σημαντικά προστατευτικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους βρίσκεται σε επίσημους πιστωτές με χαμηλά επιτόκια, υπάρχουν σημαντικά ταμειακά αποθέματα, ο μέσος χρόνος ωρίμανσης είναι μεγάλος και το χρέος είναι κατά κύριο λόγο σε ευρώ.
Στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η συνολική αξιολόγηση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα κινδύνου. Ο δείκτης S2 υποδεικνύει ότι δεν απαιτείται πρόσθετη μόνιμη προσαρμογή για τη σταθεροποίηση του χρέους, ενώ ο δείκτης S1 παραπέμπει σε μια απαιτούμενη προσαρμογή της τάξης του 1,5 ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ, ώστε ο λόγος χρέους να κατευθυνθεί προς το όριο του 60% έως το 2070.


