Εργαλείο για την Τουρκία τα «ήρεμα νερά» όταν για την Ελλάδα αποτελούν αυτοσκοπό
- Γράφει ο
Λάζαρος Καμπουρίδης
Μόλις ένα 24ωρο μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν ο Τούρκος πρόεδρος μας υπενθύμισε με την ομιλία του σε συγκέντρωση των προέδρων των νομών του κόμματός τους ότι η συνάντηση με την ελληνική αντιπροσωπία στο 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ) αποτελεί τακτικισμό της Αγκυρας και χρησιμοποιήθηκε από την τουρκική πλευρά όχι όμως για τα «ήρεμα νερά» που επιδιώκει η Αθήνα. Αυτός μίλησε για την εθνική ιδέα των Τούρκων, την «Κόκκινη Μηλιά», το βασικό σύμβολο κατάκτησης, το οποίο περιλαμβάνει τον εθνικό όρκο (Misak-ı Milli), το Σχέδιο Αιώνας της Τουρκίας και το δόγμα «Γαλάζια Πατρίδα» τα οποία αποτελούν απειλή για τον Ελληνισμό.
Η συνάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο, στο πλαίσιο του 6ου ΑΣΣ στην Αγκυρα, επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα επενδύει στην ουσιαστική τήρηση του κλίματος των «ήρεμων νερών», ενώ η Τουρκία έχει άλλο στόχο, την προβολή προς τη Δύση ενός καλού προσωπείου για εξασφάλιση ωφελημάτων, καθώς παρά την πολύ θετική αύρα της συνάντησης συνεχίζουν να παραμένουν στο τραπέζι τα ακανθώδη θέματα – αξιώσεις της Αγκυρας. Φυσικά, δεν μιλάμε για το μόνιμο και χρονίζον θέμα της οριοθέτησης της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας, το οποίο απαιτεί χρόνο για μια ενδεχόμενη, αν όχι αδύνατη συμφωνία, αλλά κυρίως αναφερόμαστε στις τελευταίες αξιώσεις της Τουρκίας για το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης και της έκδοσης των δύο τουρκικών NAVTEX με τις οποίες η Αγκυρα επιδιώκει το γκριζάρισμα του ανατολικού Αιγαίου.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ θετικό κλίμα, αν κανείς παραβλέψει την υποβάθμιση της τουρκικής αντιπροσωπίας η οποία υποδέχτηκε τον Ελληνα πρωθυπουργό στο αεροδρόμιο, αφού στάλθηκε ο υπουργός Τουρισμού αντί του υπουργού Εξωτερικών.
Αγκυρα και Αθήνα επιχείρησαν με τις δηλώσεις των δύο ηγετών να δώσουν μια θετική εντύπωση προς τους ξένους αποδέκτες. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου ο Αμερικανός πρέσβης στην Αγκυρα Τ. Μπάρακ μίλησε για την πρόθεση των ΗΠΑ να λειτουργήσουν ως «γέφυρα» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.
Η συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε ύστερα από μία καταιγίδα τουρκικών προκλήσεων με παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, έκδοση δύο NAVTEX μόνιμης διάρκειας που αποσκοπούν στο γκριζάρισμα του ανατολικού Αιγαίου, αξιώσεις αποστρατιωτικοποίησης και απαγόρευσης στρατιωτικών ασκήσεων και εκπαιδεύσεων σε 23 νησιά του Αιγαίου, εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού κ.ά. Και ενώ μέσα στο κλίμα αυτό θα περίμενε κανείς να συζητηθεί η τουρκική προκλητικότητα με προβολή των ελληνικών κόκκινων γραμμών, είδαμε μια καλοστημένη παράσταση αβροφροσύνης και επίπλαστης θετικής εικόνας η οποία δεν αναιρεί σε κανέναν βαθμό τα στοιχεία των τουρκικών αξιώσεων.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το κρεσέντο της τουρκικής προκλητικότητας εναντίον της Ελλάδας άρχισε τον περασμένο Δεκέμβριο και συγκεκριμένα αμέσως μετά την τριμερή Σύνοδο Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και την ανακοίνωση μιας σειράς από κοινά αμυντικά προγράμματα, με τα οποία μεταξύ των άλλων θα ενισχύσουμε σε σημαντικό βαθμό το αμυντικό σύστημα στα νησιά μας αλλά και στον Εβρο.
Μπορεί η συνάντηση αυτή να επιχειρήθηκε από την ελληνική πλευρά για να διασώσει το ανύπαρκτο πνεύμα φιλίας της Διακήρυξης των Αθηνών (Δεκέμβριος 2023), όμως η Αγκυρα έχει άλλους στόχους.
Εξετάζοντας τις αναφορές των ΜΜΕ Ελλάδας και Τουρκίας στον απόηχο της συνάντησης, μπορεί κανείς να διακρίνει τις διαφορετικές επιδιώξεις κάθε πλευράς. Τα ελληνικά ΜΜΕ τόνισαν το θετικό κλίμα, δείχνοντας ότι τα «ήρεμα νερά» αποτελούν αυτοσκοπό, ενώ τα τουρκικά φιλοερντογανικά ΜΜΕ εστίασαν στην πεποίθηση ότι «δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα», δείχνοντας ότι η τουρκική πλευρά αποσκοπεί στην επίλυση των ζητημάτων που η ίδια έχει θέσει στο τραπέζι των αξιώσεων, με όρους όμως ισχύος, μια και δεν έγινε καμία αναφορά σε άρση των τουρκικών απειλών.
Οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου αποσκοπούσαν σίγουρα και στη δημιουργία ρήγματος στις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ όχι μόνο με το πλασματικό θερμό κλίμα που δημιουργήθηκε αλλά και με την αναφορά του Ερντογάν στο θέμα του Παλαιστινιακού.
Μπορεί ο Ελληνας πρωθυπουργός να πήρε πόντους από την αναφορά του στο θέμα της άρσης του casus belli αλλά και στο θέμα της επίκλησης της Συνθήκης της Λωζάννης ως απάντηση στον Τούρκο ηγέτη, ο οποίος μίλησε για «τουρκική μειονότητα δυτικής Θράκης», όμως τίποτα δεν προδικάζει ότι θα πάψει η τουρκική πολιτική χρησιμοποίησης της μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική Θράκη για την εφαρμογή των φιλόδοξων οραμάτων του Ερντογάν εις βάρος της εδαφικής μας ακεραιότητας.
Το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική Θράκη πάντα ήταν στον πυρήνα των θεμάτων που η Αγκυρα ήγειρε προς την Ελλάδα, όμως αυτή τη φορά ο Τούρκος πρόεδρος ήθελε να στείλει ένα μήνυμα προς τον ακραίο εθνικιστικό χώρο, καθώς είδε ως απειλή την τελευταία επίσκεψη στην ελληνική Θράκη (29 Ιανουαρίου) του προέδρου του εθνικιστικού κόμματος Zafer και θιασώτη της θεωρίας των Γκρίζων Λύκων Ουμίτ Οζντάγ, σε μια περίοδο που ο Ερντογάν έχει ανάγκη από την ψήφο όλων των κομμάτων και ιδεολογικών χώρων για τη συνταγματική αναθεώρηση, αφού βλέπει ότι η συνεργασία με το φιλοκουρδικό κόμμα DEM ναυαγεί.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη συνάντηση βγήκε κερδισμένη μόνο η τουρκική πλευρά, καθώς κέρδισε την καλή μαρτυρία προς τις ΗΠΑ και κυρίως προς την Ε.Ε. για την ένταξή της στον ευρωπαϊκό αμυντικό μηχανισμό, ενώ από την άλλη πλευρά συνεχίζουν να ισχύουν το casus belli, οι δύο NAVTEX μόνιμης διάρκειας με αξίωση αποστρατιωτικοποίησης και απαγόρευσης πραγματοποίησης ασκήσεων σε 23 νησιά μας, οι απειλές για αποτροπή ενίσχυσης με επιπλέον οπλικά συστήματα των νησιών μας, η απαίτηση απαγόρευσης κάθε συζήτησης στην Ελλάδα για το δικαίωμα επέκτασης των Χ.Υ. στα 12 ν.μ. και, τέλος, η αξίωση εξασφάλισης έγκρισης από την Αγκυρα για κάθε έργο στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο.