Πώς επηρεάζεται η λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και η καθημερινότητα των πολιτών – Τα προβλήματα που ανακύπτουν
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση τους πρώτους μήνες του 2026 προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς μεγάλος αριθμός δήμων της χώρας δεν έχει ακόμη καταθέσει ή εγκρίνει τον προϋπολογισμό του για το τρέχον οικονομικό έτος. Το ζήτημα δεν αφορά απλώς μια τυπική καθυστέρηση, αλλά επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση την καθημερινότητα των πολιτών.
Η έκταση
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα, περίπου το 76% των δήμων της χώρας δεν είχε ολοκληρώσει εμπρόθεσμα τη διαδικασία κατάθεσης και έγκρισης του προϋπολογισμού για το 2026. Σε απόλυτους αριθμούς γίνεται λόγος για πάνω από 100 δήμους, σε σύνολο 332, οι οποίοι είτε δεν είχαν αποστείλει τον προϋπολογισμό τους για έλεγχο είτε τον είχαν υποβάλει με σοβαρές τεχνικές και λογιστικές ελλείψεις.
Οι λόγοι που προβάλλονται ποικίλλουν. Από τη μία πλευρά, «δεν βγαίνουν τα νούμερα», καθώς τα έσοδα από ίδιους πόρους, επιχορηγήσεις και ανταποδοτικά τέλη δεν επαρκούν για να καλύψουν τις αυξημένες δαπάνες. Από την άλλη, το νέο λογιστικό πλαίσιο και οι αυστηρότερες απαιτήσεις ελέγχου οδηγούν σε συχνές επιστροφές προϋπολογισμών από τις αποκεντρωμένες διοικήσεις για διορθώσεις, επιμηκύνοντας τον χρόνο της οριστικής έγκρισης.
Θεσμικά οι δήμοι οφείλουν να έχουν ψηφίσει και αποστείλει τον προϋπολογισμό τους πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους. Ωστόσο, στην πράξη παρέχονται μεταβατικές προθεσμίες. Συνήθως, εφόσον δεν έχει εγκριθεί ο προϋπολογισμός έως την 1η Ιανουαρίου, οι δήμοι μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία έγκρισης μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ισχύοντος πλαισίου, υπάρχει δυνατότητα λειτουργίας με «προσωρινό καθεστώς» έως το τέλος Μαρτίου, με βάση τον προϋπολογισμό του προηγούμενου έτους. Αυτό σημαίνει ότι οι δήμοι έχουν ουσιαστικά περιθώριο έως την άνοιξη για να ολοκληρώσουν τη διαδικασία χωρίς να βρεθούν σε πλήρη διοικητική ασφυξία. Ωστόσο, κάθε περαιτέρω καθυστέρηση εντείνει τον κίνδυνο περιορισμών και παρεμβάσεων από τα εποπτικά όργανα.
Η απουσία εγκεκριμένου προϋπολογισμού δεν σημαίνει ότι ο δήμος «κλείνει». Σημαίνει όμως ότι λειτουργεί με αυστηρούς περιορισμούς. Στην πράξη μπορεί να προχωρά μόνο σε απολύτως αναγκαίες και ανελαστικές δαπάνες, όπως η μισθοδοσία του προσωπικού, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, η πληρωμή των υποχρεωτικών λογαριασμών (ρεύμα, νερό, καύσιμα) και η εξυπηρέτηση των υφιστάμενων συμβάσεων.
Αντίθετα, νέες πρωτοβουλίες, έργα ή συμβάσεις που δεν είχαν προβλεφθεί στον προηγούμενο προϋπολογισμό «παγώνουν». Για παράδειγμα, ένας δήμος που σχεδίαζε να προχωρήσει σε ανακαίνιση σχολικών κτιρίων ή σε νέο πρόγραμμα κοινωνικής στήριξης δεν μπορεί να δεσμεύσει πιστώσεις χωρίς εγκεκριμένο προϋπολογισμό. Το ίδιο ισχύει για προσλήψεις εποχικού προσωπικού ή για νέους διαγωνισμούς έργων.
Οι συνέπειες
Οι συνέπειες δεν είναι θεωρητικές. Σε αρκετές περιπτώσεις καθυστερήσεις στην έγκριση προϋπολογισμών έχουν οδηγήσει σε αναβολή έργων οδοποιίας και συντηρήσεων, σε καθυστέρηση προμηθειών για σχολεία και παιδικούς σταθμούς, σε περιορισμό πολιτιστικών και αθλητικών δράσεων, αλλά και σε δυσχέρειες στη χρηματοδότηση κοινωνικών δομών.
Ιδιαίτερα σε μικρούς και ορεινούς δήμους, όπου οι ίδιες πηγές εσόδων είναι περιορισμένες, η αδυναμία έγκαιρης έγκρισης προϋπολογισμού μπορεί να οδηγήσει σε οριακές καταστάσεις. Για παράδειγμα, αν δεν εγκριθεί εγκαίρως κονδύλι για προμήθεια καυσίμων, ενδέχεται να υπάρξουν προβλήματα στη λειτουργία απορριμματοφόρων ή στη θέρμανση δημοτικών κτιρίων.
Οι εποπτικές Αρχές
Η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης των προϋπολογισμών δεν είναι ανεξέλεγκτη. Οι δήμοι υποβάλλουν τα σχέδιά τους για έλεγχο νομιμότητας και οικονομικής ισορροπίας στις αρμόδιες υπηρεσίες, υπό την εποπτεία του υπουργείου Εσωτερικών. Παράλληλα, η Κεντρική Ενωση Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) έχει επανειλημμένα επισημάνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δήμοι, ζητώντας ρεαλιστικότερες χρηματοδοτήσεις και απλούστευση διαδικασιών. Ολες οι αποφάσεις αναρτώνται στη δημόσια πλατφόρμα Διαύγεια, γεγονός που διασφαλίζει διαφάνεια αλλά και εκθέτει άμεσα τις καθυστερήσεις. Σε περίπτωση παρατεταμένης μη συμμόρφωσης, το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα παρέμβασης των εποπτικών Αρχών, ακόμα και την επιβολή μέτρων οικονομικής επιτήρησης.
Ενα βασικό πρόβλημα είναι η αναντιστοιχία αρμοδιοτήτων και πόρων. Οι δήμοι καλούνται να διαχειριστούν αυξανόμενες ευθύνες -από κοινωνική πολιτική έως πολιτική προστασία- χωρίς αντίστοιχη αύξηση χρηματοδότησης. Επιπλέον, η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο λειτουργικό κόστος επιβαρύνουν σοβαρά τους προϋπολογισμούς. Ταυτόχρονα, το αυστηρό λογιστικό σύστημα απαιτεί ισοσκελισμένους και τεχνικά άρτιους προϋπολογισμούς. Ετσι, ακόμα και μικρά σφάλματα μπορούν να οδηγήσουν σε απόρριψη και επανυποβολή. Το ζήτημα των καθυστερημένων προϋπολογισμών δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό.
Αφορά τη θεσμική αξιοπιστία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών. Αν οι δήμοι δεν καταφέρουν να ολοκληρώσουν εγκαίρως τη διαδικασία, κινδυνεύουν να περάσουν μεγάλο μέρος του έτους σε καθεστώς περιορισμένης λειτουργίας. Αυτό σημαίνει λιγότερα έργα, λιγότερες παρεμβάσεις και μειωμένη ευελιξία απέναντι σε έκτακτες καταστάσεις από φυσικές καταστροφές έως κοινωνικές ανάγκες. Η επόμενη περίοδος θα είναι κρίσιμη.
Μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του έτους οι περισσότεροι δήμοι θα πρέπει να έχουν καταθέσει και εγκρίνει οριστικά τους προϋπολογισμούς τους, διαφορετικά η αυτοδιοικητική καθημερινότητα θα συνεχίσει να κινείται σε ένα μεταβατικό και ασταθές περιβάλλον, με άμεσες συνέπειες στην ποιότητα των τοπικών υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα αναδεικνύει την ανάγκη για συνολική επανεξέταση του χρηματοδοτικού και θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης ώστε οι δήμοι να μπορούν να σχεδιάζουν έγκαιρα, ρεαλιστικά και αποτελεσματικά το μέλλον των τοπικών κοινωνιών.


