Το κρίσιμο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, καθώς και η ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τίθενται σήμερα επί τάπητος στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος. Η προγραμματισμένη συνεδρίαση επικεντρώνεται στις προτεινόμενες αλλαγές στα άρθρα 89 και 90, οι οποίες αναμένεται να προκαλέσουν έντονη κριτική, καθώς ρυθμίζουν άμεσα το καθεστώς των δικαστικών ασυμβίβαστων και τον τρόπο προαγωγής της ηγεσίας τωνανώτατων δικαστηρίων.
Το άρθρο 89 και ο προθάλαμος της πολιτικής
Το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας», που συχνά οδηγεί δικαστικούς λειτουργούς κατευθείαν στην πολιτική σκηνή και τον κρατικό μηχανισμό, αποτελεί το βασικό επίδικο της σημερινής συζήτησης για το άρθρο 89. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας προβλέπει μεν την απαγόρευση συμμετοχής των δικαστικών στην κυβέρνηση ή την τοποθέτησή τους σε ανεξάρτητες αρχές για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών μετά την αφυπηρέτησή τους. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, διατηρεί τη δυνατότητα ανάθεσης ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε αυτούς, μέσω σχετικής απόφασης της Βουλής, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για τη διαιώνιση των στενών δεσμών μεταξύ των δύο εξουσιών.
Άρθρο 90: Μεταφορά ελέγχου αντί για ουσιαστική ανεξαρτησία
Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα ελέγχου εγείρεται με τη συζήτηση επί της παραγράφου 5 του άρθρου 90. Σήμερα, το Σύνταγμα ορίζει ρητά πως οι προαγωγές για τις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο γίνονται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Παρά την πρόσφατη θεσμοθέτηση ενός ενδιάμεσου σταδίου όπου το δικαστικό σώμα εκφράζει γνώμη, ο τελικός λόγος παραμένει σταθερά στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των επιλογών.
Η προτεινόμενη αναθεώρηση επιχειρεί να μεταφέρει τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα σε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή θα αποφασίζει με βάση έναν κατάλογο τριών δικαστών για κάθε θέση, τον οποίο θα προτείνουν οι οικείες ολομέλειες, ενώ η πρόταση διευρύνεται καλύπτοντας συνολικά τις προαγωγές των ανώτατων δικαστών. Παρά ταύτα, ο ισχυρός αντίλογος που αναπτύσσεται, επισημαίνει ότι η μεταφορά της αρμοδιότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο στη Βουλή απλώς παραδίδει την επιλογή στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με αυτόν τον τρόπο, η προσδοκώμενη αποσύνδεση της Δικαιοσύνης από την πολιτική εξουσία δεν διασφαλίζεται, εγείροντας σοβαρές αμφιβολίες για το αν οι προτεινόμενες αλλαγές συνιστούν πραγματική τομή και όχι απλώς αλλαγή του πολιτικού οργάνου που θα αποφασίζει.
