Την ώρα που δρομολογείται η ανακαίνιση και επέκταση της Παιδοαιματολογικής – Παιδοογκολογικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ με χρηματοδότηση από ΜΚΟ, οι εργαζόμενοι του νοσοκομείου φέρνουν στο προσκήνιο τη δύσκολη καθημερινότητα πίσω από τους ανακαινισμένους χώρους: ελλείψεις γιατρών και νοσηλευτών, οφειλόμενα ρεπό και άδειες, απουσία μόνιμων ψυχολόγων και ανεπαρκή κάλυψη από κοινωνικό λειτουργό και γραμματειακή υποστήριξη.
Το Σωματείο Εργαζομένων ΠΑΓΝΗ ξεκαθαρίζει ότι η αναβάθμιση των εγκαταστάσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τα προβλήματα μιας κλινικής που εφημερεύει καθημερινά και καλύπτει παιδιά από ολόκληρη την Κρήτη. Παράλληλα, θέτει ευθέως ζήτημα κρατικής ευθύνης, υπογραμμίζοντας ότι βασικές υπηρεσίες για παιδιά που δίνουν μάχη με σοβαρές ασθένειες δεν μπορεί να εξαρτώνται από χορηγίες και δωρεές.
13 νοσηλεύτριες για 12 κλίνες και αυξημένες ανάγκες
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Σωματείου, στην Παιδοαιματολογική υπηρετούν η προϊσταμένη, οκτώ νοσηλεύτριες ΤΕ/ΠΕ, από τις οποίες πέντε είναι μόνιμες, καθώς και πέντε νοσηλεύτριες ΔΕ, εκ των οποίων τέσσερις μόνιμες.
Στο προσωπικό οφείλονται ήδη αρκετές ημέρες ρεπό και άδειας, ενώ οι εργαζόμενοι επισημαίνουν ότι ο αριθμός των νοσηλευτών δεν επαρκεί για την ασφαλή κάλυψη των 12 κλινών. Πρόκειται, μάλιστα, για μία κλινική στην οποία νοσηλεύονται συχνά ανοσοκατεσταλμένα παιδιά, ιδιαίτερα ευάλωτα σε λοιμώξεις και με αυξημένες ανάγκες φροντίδας.
Οι απαιτήσεις έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο από το 2020, όταν άρχισαν να λειτουργούν εντός της Κλινικής δύο δίκλινοι θάλαμοι αυτόλογης μεταμόσχευσης αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.
Πέντε γιατροί για κλινική, μεταμοσχεύσεις και εφημερίες
Αντίστοιχη είναι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, η κατάσταση στο ιατρικό προσωπικό. Τρεις γιατροί του ΕΣΥ και δύο μέλη ΔΕΠ καλούνται να καλύψουν ταυτόχρονα τις ανάγκες της Κλινικής, της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, των τακτικών ιατρείων και των ημερήσιων νοσηλειών, αλλά και την καθημερινή εφημερία.
Το Σωματείο ζητά αύξηση κατά τρεις των οργανικών θέσεων ιατρών της Παιδοογκολογικής Κλινικής, προκειμένου η στελέχωση να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες λειτουργίας και εφημέρευσης.
Τα κενά, όμως, δεν σταματούν στους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Η Κλινική δεν καλύπτεται συστηματικά από κοινωνικό λειτουργό, ενώ γραμματειακή υποστήριξη υπάρχει μόλις δύο φορές την εβδομάδα.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η κατάσταση στην ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών, καθώς στην Παιδοαιματολογική δεν υπηρετεί μόνιμο προσωπικό ψυχολόγων. Αντίθετα, σύμφωνα με το Σωματείο, η αμοιβή ψυχολόγου που εργάζεται με δελτίο παροχής υπηρεσιών καλύπτεται μέσω χορηγιών.
«Άλλο η κοινωνική αλληλεγγύη και άλλο η κρατική ευθύνη»
Με αφορμή τη χρηματοδότηση της ανακαίνισης και επέκτασης από ΜΚΟ, οι εργαζόμενοι ξεκαθαρίζουν ότι αναγνωρίζουν την προσφορά συλλόγων, γονέων και δωρητών, αλλά απορρίπτουν τη μεταφορά βασικών υποχρεώσεων του δημόσιου συστήματος Υγείας στη φιλανθρωπία.
«Δεν μπορεί η εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών, η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης και η ψυχαγωγία των παιδιών να εξαρτώνται από συλλόγους, ιδρύματα, δωρητές ή άλλους φορείς», τονίζουν.
Και προσθέτουν: «Οι σύλλογοι, οι γονείς και όλοι όσοι προσφέρουν από το υστέρημά τους αξίζουν τον σεβασμό και την αναγνώρισή μας. Άλλο, όμως, η κοινωνική αλληλεγγύη και άλλο η κρατική ευθύνη. Η κοινωνική προσφορά δεν μπορεί να υποκαθιστά τη σταθερή και πλήρη κρατική χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας».
Για τους εργαζομένους, επομένως, μια ανακαίνιση δεν αρκεί εάν δεν συνοδευτεί από σύγχρονο εξοπλισμό, επαρκή συντήρηση και κυρίως μόνιμο προσωπικό.
Ζητούν μόνιμες προσλήψεις και πλήρη χρηματοδότηση
Το Σωματείο διεκδικεί πλήρη και σταθερή κρατική χρηματοδότηση για την ανακαίνιση, επέκταση, συντήρηση και τον εξοπλισμό της Κλινικής, αλλά και άμεση κάλυψη όλων των οργανικών κενών σε γιατρούς και νοσηλευτές.
Παράλληλα, ζητά τη σύσταση και κάλυψη οργανικών θέσεων παιδοψυχολόγων ή ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, βιολόγου για τη Μονάδα Μεταμόσχευσης και γραμματέα.
«Η υγεία των παιδιών δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος προσφέρεται να κάνει μια δωρεά», υπογραμμίζει το Σωματείο, καταλήγοντας πως «η υγεία των παιδιών δεν είναι κόστος. Είναι δικαίωμα».
