Σε ακόμη μία επικοινωνιακή παράσταση με φόντο τη Θεσσαλονίκη αναλώθηκε το Μέγαρο Μαξίμου, βαφτίζοντας «ιστορική συμφωνία» την ιστορική μας υπαναχώρηση στο ζήτημα των λεηλατημένων κειμηλίων των μονών της βόρειας Ελλάδας από τη Βουλγαρία. Στο Βυζαντινό Μουσείο στήθηκαν κάμερες και μικρόφωνα για να πανηγυριστεί η παράδοση των οστών του τσάρου Σαμουήλ, προκειμένου ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μπορέσει να «πουλήσει» ακόμη μία «επιτυχία» από αυτές δίχως τις οποίες θα ήταν καλύτερα η πατρίδα.
«Στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας» διακήρυξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χωρίς να αναφερθεί στα δεκάδες εκατοντάδες αντικείμενα που παραμένουν στις υπόγειες αποθήκες της Σόφιας, κάνοντας λόγο για υπέρβαση των «αγκυλώσεων του παρελθόντος». Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε τη λογική του παζαριού για κλοπιμαία που όφειλαν να είχαν επιστραφεί άνευ όρων. Ακόμα χειρότερα, ο πρωθυπουργός έφτασε στο σημείο να ψέξει εμμέσως τις πάγιες ελληνικές θέσεις, μιλώντας για «ακινησία και λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων», υιοθετώντας -για τους προσεκτικούς παρατηρητές- τη γλώσσα που χρησιμοποιούν και αυτοί που ζητούν συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο με την Τουρκία.
Στη φιέστα περίσσεψαν οι φιλοφρονήσεις και τα χαμόγελα, αλλά η ουσία παραμένει πικρή. Κι ενώ επικαλέστηκε τα Γλυπτά του Παρθενώνα λέγοντας πως «ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», η κυβέρνηση περιορίστηκε σε άλλη μία επικοινωνιακή νίκη στα λόγια, παραδίδοντας όπλα αρχών.
Το επιστέγασμα της αυτάρεσκης διαχείρισης αποτυπώθηκε στη σημερινή ανάρτηση του πρωθυπουργού: «Και κλείνω με τη χθεσινή μέρα που ήταν ξεχωριστή για την ορθόδοξη πολιτιστική μας κληρονομιά. Μαζί με τον φίλο πρωθυπουργό της Βουλγαρίας παρακολουθήσαμε την υπογραφή του πρωτοκόλλου για την επιστροφή στην Ελλάδα θρησκευτικών κειμηλίων που είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και την παράδοση στη Βουλγαρία των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ».