Σε οριακή φάση βρίσκεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, εν όψει της οριστικής ετυμηγορίας του αιγυπτιακού Ανωτάτου Δικαστήριου (Ακυρωτικό) στις 24 Οκτωβρίου, έπειτα από τέσσερις αναβολές. Την ώρα που διαρροές στον αιγυπτιακό Τύπο και την ιστοσελίδα Matsda2sh προαναγγέλλουν δυσμενέστατες εξελίξεις για τη Μονή—με δύο ανώτατους εισαγγελείς να εισηγούνται την πλήρη απόρριψη της αίτησης αναίρεσης της Μονής και τη μερική αποδοχή της προσφυγής του αιγυπτιακού Δημοσίου— η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί τις εξελίξεις με μια ανεξήγητη και επικίνδυνη αφωνία. Παρά το γεγονός ότι διακυβεύονται ιστορικά δικαιώματα 16 αιώνων, η Αθήνα επιλέγει τη στάση του παρατηρητή, την ίδια στιγμή που ο Πρωθυπουργός δεν βρήκε να πει ούτε λέξη για το φλέγον αυτό ζήτημα κατά τις κοινές δηλώσεις με τους ηγέτες της Αιγύπτου και της Κύπρου στο Ελ Αλαμέιν.
Η δικαστική διαμάχη ξεκίνησε το 2015 με αγωγή της αιγυπτιακής κυβέρνησης (υπόθεση 24/2015), με την οποία διεκδικούσε 71 γεωτεμάχια, αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και απόδοση κάρπωσης. Το 2022, το Πρωτοδικείο Νοτίου Σινά εξέδωσε απόφαση που ισοδυναμούσε με ουσιαστική δήμευση, διατάσσοντας την αποβολή των μοναχών, την κατεδάφιση κτισμάτων και την καταβολή αποζημιώσεων. Στη συνέχεια, το Εφετείο Ισμαηλίας στις 28 Μαΐου 2025 μετρίασε τους όρους, διατάσσοντας την αποβολή από 29 γεωτεμάχια, αλλά αναγνωρίζοντας τη νόμιμη χρήση ορισμένων εκτάσεων με συμβόλαια, καθώς και το δικαίωμα χρήσης για θρησκευτικούς λόγους.
Στην εισήγησή τους προς το Ακυρωτικό Δικαστήριο, οι Αιγύπτιοι εισαγγελείς απορρίπτουν εξ ολοκλήρου τους νομικούς ισχυρισμούς της Μονής περί χρησικτησίας, υπογραμμίζοντας ότι οι εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως δημόσιες, αρχαιολογικές ή προστατευόμενες περιοχές ανήκουν αυτοδικαίως στο κράτος. Παράλληλα, σημειώνουν ότι το Εφετείο εξέτασε κάθε γεωτεμάχιο ξεχωριστά με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας και όχι με αναδρομική εφαρμογή του Νόμου περί Ανάπτυξης του Σινά (Ν. 14/2012).
Προκαλεί δε εντύπωση το γεγονός ότι η υπεράσπιση της Μονής, ενώ επικαλείται δημόσια τον Αχτιναμέ (τη Διαθήκη/Προσταγή του Μωάμεθ) ως τίτλο ιδιοκτησίας, δεν τον προσκόμισε σε κανένα στάδιο της δικαστικής διαδικασίας — κίνηση που η αιγυπτιακή πλευρά χαρακτηρίζει επικοινωνιακή, σημειώνοντας ότι το κείμενο παρέχει γενική προστασία και φοροαπαλλαγές, αλλά όχι κτηματολογικούς τίτλους.
Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση, η Μονή θα απωλέσει άμεσα 10 επιπλέον ακίνητα, ενώ τίθεται υπό αμφισβήτηση ο θρησκευτικός χαρακτήρας άλλων 28 γεωτεμαχίων, με υπαρκτό τον κίνδυνο ολικής απώλειάς τους.
Το αμφιλεγόμενο «διπλό καθεστώς» και η παρέμβαση του Αγίου Όρους
Ενώ η διμερής Συμφωνία μεταξύ της Σιναϊτικής Αδελφότητας και του αιγυπτιακού κράτους προβάλλεται ως η μόνη οδό για να καταστεί η δίκη άνευ αντικειμένου, οι πληροφορίες που διαρρέουν περί επιβολής ενός καθεστώτος «διπλής κυριότητας» προκαλούν εντονότατους τριγμούς. Βάσει αυτού του σχεδίου, η κυριότητα της Μονής και της ιστορικής περιουσίας της θα περιέλθει οριστικά στο αιγυπτιακό κράτος, ενώ στη Σιναϊτική Αδελφότητα θα απομείνει απλώς ένα παραχωρούμενο δικαίωμα χρήσης.
Όπως αποκάλυψε η “Δημοκρατία” απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους παρέμβη με επιστολή της προς τον νέο Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραϊθώ κ. Συμεών, εκπέμποντας σήμα κινδύνου. Οι Αγιορείτες απορρίπτουν κατηγορηματικά τη λογική της «διπλής κυριότητας», τονίζοντας ότι η μετατροπή του ιστορικού δικαιώματος κυριότητας σε δικαίωμα χρήσης συνιστά μεταβολή του υφιστάμενου καθεστώς (status quo) και όχι διατήρησή του. Προειδοποιούν δε ότι τα αρχαία μοναστικά καθεστώτα δεν διασώζονται με προσωρινές παραχωρήσεις και ότι μια τέτοια ανατροπή θα δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο για όλα τα ιστορικά Πατριαρχεία και τους ιερούς τόπους της Ανατολής.
Σκοτεινά παιχνίδια για το υπέδαφος, τις σπάνιες γαίες και εμπλοκή Αμερικανών
Πέρα από τη θρησκευτική και ιστορική διάσταση, η κυβερνητική αδράνεια καθίσταται ακόμη πιο εκτεθειμένη αν αναλογιστεί κανείς τον τεράστιο ορυκτό πλούτο που κρύβεται στο υπέδαφος της περιοχής του Σινά. Εγείρονται πλέον ερωτήματα για το αν και κατά πόσο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας, καθώς και για το ποιος θα κατέχει τελικά τα δικαιώματα πάνω στη γη και τον έλεγχο του υπεδάφους.
Ταυτόχρονα, έντονο προβληματισμό προκαλεί ο ρόλος και το ενεργό ενδιαφέρον στις διαπραγματεύσεις δύο αμερικανών αξιωματούχων. Πρόκειται για τον Ελληνοαμερικανό αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικλ Ρήγα, καθώς και τον Μασάντ Μπούλος, ανώτερο συμβούλο του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Αναζητούνται απαντήσεις για το σε τι ακριβώς συνίσταται το ενδιαφέρον των δύο αυτών αξιωματούχων και πώς μεταφράζεται η εμπλοκή της αμερικανικής πλευράς, δεδομένου ότι η γη γύρω από τη Μονή είναι εξαιρετικά πλούσια σε στρατηγικής σημασίας σπάνιες γαίες. Τίθεται το ερώτημα αν διασφαλίζονται πράγματι τα δικαιώματα της αυτόνομης Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας του Όρους Σινά και το καθεστώς του μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, ή αν η Αθήνα εκχωρεί σιωπηρά ιστορικά και γεωπολιτικά κεκτημένα στο βωμό αμφίβολων παρασκηνιακών συμφωνιών. Η ελληνική διπλωματία καλείται να βγει άμεσα από το λήθαργο, να δώσει σαφείς εξηγήσεις και να αναλάβει τις ευθύνες της πριν η ετυμηγορία της 24ης Οκτωβρίου σφραγίσει μια ιστορική ήττα.

