Τη στρατηγική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Κίνας, αλλά και την επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά, υπερασπίστηκε ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, σε ομιλία του σε φοιτητές του executive MBA του πανεπιστημίου Tsinghua. Η τοποθέτησή του πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα με την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στην Αθήνα.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο κ. Καραμανλής αναφέρθηκε εκτενώς στις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, ασκώντας κριτική στη στάση της Δύσης τόσο στο ζήτημα της Ουκρανίας όσο και στην αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας σε Ελλάδα και Κύπρο.
Η Στρατηγική Εταιρική Σχέση με την Κίνα και η COSCO
Ο πρώην πρωθυπουργός έκανε ειδική μνεία στη Στρατηγική Εταιρική Σχέση του 2006, τονίζοντας ότι «υπήρξε πρωτοποριακή και απέφερε αμοιβαία οφέλη και για τις δύο πλευρές». Αναφερόμενος στη συμφωνία για την COSCO, αναγνώρισε πως «προκάλεσε σκεπτικισμό μεταξύ των εταίρων μας», εξηγώντας ωστόσο το πλαίσιο της εποχής: «Εκείνη την εποχή, κανένας άλλος αξιόπιστος διεθνής παράγοντας δεν είχε εκφράσει ενδιαφέρον για το λιμάνι του Πειραιά».
Συνδέοντας εκείνη την απόφαση με τη σημερινή πραγματικότητα και την αμερικανική στήριξη στην ΟΝΕΧ για την Ελευσίνα, σημείωσε: «Το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει ενδιαφέρον και έντονη δραστηριότητα από το εξωτερικό προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ανταγωνιστικών λιμενικών εγκαταστάσεων είναι η καλύτερη απόδειξη της επιτυχίας εκείνης της στρατηγικής επιλογής».
Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη πως η στρατηγική σχέση Αθήνας-Πεκίνου «θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για συνεργασία και με άλλες ασιατικές χώρες», υπογραμμίζοντας ότι «ο σημερινός κόσμος έχει ανάγκη από λιγότερες διαχωριστικές γραμμές και περισσότερη κατανόηση και συνεργασία».
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η Κύπρος
Αναφορικά με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο κ. Καραμανλής τη χαρακτήρισε «άδικη και παράνομη», ωστόσο επεσήμανε τις ευθύνες της Δύσης γύρω από τις προσπάθειες ένταξης της χώρας στο δυτικό στρατόπεδο, τονίζοντας πως: «Η προγενέστερη στάση της συλλογικής Δύσης δεν ήταν άμοιρη ευθυνών».
Ιδιαίτερα αιχμηρός υπήρξε όσον αφορά τα διαφορετικά κριτήρια που εφαρμόζει η διεθνής κοινότητα απέναντι στην Κύπρο συγκριτικά με την Ουκρανία, αναφέροντας αναλυτικά:
«Ενώ η Τουρκία προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας, εξαπολύει διαρκώς απειλές πολέμου, καταφεύγει συχνά στη βία για την προώθηση των φιλοδοξιών της και κατέχει παράνομα τμήμα της Κύπρου, εντούτοις η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα δυτικά κράτη. Και ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και η αμυνόμενη πλευρά λαμβάνει κάθε μορφή στήριξης, τα παράλληλα δεινά της Κύπρου παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση. Αυτή η ασυνέπεια υπονομεύει την πολιτική, νομική και ηθική υπεροχή του δυτικού αφηγήματος».
Οι ΗΠΑ και το ευρωατλαντικό ρήγμα
Ο κ. Καραμανλής αναφέρθηκε και στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, όπως παρατήρησε, επιχειρούν να διατηρήσουν την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία τους, «αν και όχι με αξιοσημείωτη επιτυχία». Υπογράμμισε πως το ευρωατλαντικό ρήγμα βαθαίνει, κάνοντας ειδική αναφορά στην περίοδο διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και την αλλαγή στάσης έναντι της Ρωσίας, μια εξέλιξη που «άφησε τους Ευρωπαίους εμβρόντητους» και χωρίς ουσιαστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.
Ξεκαθαρίζοντας τη θέση της χώρας, δήλωσε πως η Ελλάδα «είναι αναμφίβολα ευθυγραμμισμένη με τη Δύση. Ωστόσο η ίδια η Δύση διέρχεται μια φάση μετασχηματισμού ή ακόμη και διχασμού».
Το ιστορικό ταξίδι του 1979
Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Καραμανλής μοιράστηκε μια προσωπική εμπειρία από την πρώτη του επαφή με την Κίνα σε ηλικία 23 ετών: «Πολύ νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1979, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, μου ζήτησε να συνοδεύσω την αντιπροσωπεία του στην ιστορική, πρώτη επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού στην Κίνα».
Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από εκείνη την περίοδο, κατέληξε: «Είχα το μοναδικό προνόμιο να δω την Κίνα ακριβώς στα πρώτα βήματα της προσπάθειάς της να βγει στο παγκόσμιο προσκήνιο. Είχα τη σπουδαία ευκαιρία να συναντήσω τον ιστορικό ηγέτη Deng Xiaoping και, φυσικά, να αποκτήσω ένα μέτρο σύγκρισης για τον πρωτοφανή μετασχηματισμό και την πρόοδο που σημείωσε η Κίνα έκτοτε».