Από τη μία το ταπεινωτικό παζάρι με τη Σόφια, για τα κλεμμένα εκκλησιαστικά κειμήλια της Μακεδονίας, και από την άλλη η όψιμη, ανέξοδη ρητορική για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποκάλυψε σε όλο της το μεγαλείο την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου έστησαν μια επικίνδυνη διπλωματική παράσταση, όπου οι εθνικές υποχωρήσεις βαφτίζονται επιτυχίες και οι επικοινωνιακοί αντιπερισπασμοί επιστρατεύονται για να καλύψουν τη μειοδοσία.
Ο πρωθυπουργός, εμφανώς στριμωγμένος από το μέγεθος του φιάσκου της ανταλλαγής κειμηλίων με τη Βουλγαρία, έσπευσε χθες να στήσει άλλη μία επικοινωνιακή παράσταση για να αλλάξει την ατζέντα. Εμφανίστηκε στο συνέδριο για την Αθήνα και θυμήθηκε ξαφνικά να σηκώσει τους τόνους απέναντι στο Λονδίνο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Δήλωσε με στόμφο ότι θα ενισχύσει «την ένταση των απαιτήσεών μας» προς τη βρετανική κυβέρνηση, επιχειρώντας να καλύψει το βουλγαρικό κάζο πίσω από μια πρόχειρη «απαίτηση» έναντι των Αγγλων.
Πρόκειται για τον ορισμό της υποκρισίας και των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Ο ίδιος άνθρωπος που άρχισε τη θητεία του κάνοντας εκκλήσεις περί «δανεισμού». Στις 31 Αυγούστου 2019, στον «Observer», πρότεινε στον Μπόρις Τζόνσον να του δανείσει τα Γλυπτά για ένα διάστημα, με αφορμή τα 200 χρόνια από το 1821, και να στείλει εκείνος στο Βρετανικό Μουσείο αρχαιότητες που δεν έχουν φύγει ποτέ από την Ελλάδα.
Η φράση του ήταν: «Ως πρώτο βήμα, δανείστε μου τα Γλυπτά για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα και θα σας στείλω πολύ σημαντικά αντικείμενα που δεν έχουν βγει ποτέ από την Ελλάδα». Το μουσείο απάντησε, τότε, ότι προϋπόθεση κάθε δανεισμού είναι η αναγνώριση της κυριότητάς του. Σήμερα αποφεύγει τη λέξη «επιστροφή», προτιμώντας το εύπεπτο «ενοποίηση», και προσφέρει ξανά «win-win» συνεργασίες και εκθέσεις αρχαιοτήτων στο Βρετανικό Μουσείο. Σε κάθε περίπτωση και παρά την επικοινωνιακή κωλοτούμπα κι ο ίδιος παραδέχτηκε ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν παγώσει, επιβεβαιώνοντας το πρόσφατο άρθρο της «Telegraph» που τον είχε εκθέσει ανεπανόρθωτα.
Ολα όσα είπε για τα Γλυπτά τα είπε για να καλύψει το μέγα φιάσκο της κυβέρνησής του που χάρισε στη Βουλγαρία το βαρύτερο διπλωματικό χαρτί που κρατούσε η χώρα επί δεκαετίες. Παρέδωσε τον «εθνικό μύθο» του βουλγαρικού έθνους, τα οστά που έφερε στο φως με νόμιμη ανασκαφή ο καθηγητής Μουτσόπουλος στον Αγιο Αχίλλειο των Πρεσπών, το 1969, για να παραλάβει πίσω μόλις 48 εκκλησιαστικά αντικείμενα. Σαράντα οκτώ, από τις χιλιάδες ιερές αποσκευές που άρπαξαν οι κατοχικές δυνάμεις το 1917 από τις Μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.
Και τον ρόλο του απολογητή ανέλαβε ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου, ο οποίος βγήκε στην ΕΡΤ Σερρών για να βαφτίσει «ιστορική συμφωνία» και «εθνικά ωφέλιμη» την παράδοση των οστών του τσάρου Σαμουήλ. Εφτασε μάλιστα στο σημείο, με περίσσιο θράσος και διάθεση να φανεί αρεστός στους ανωτέρους του, να χαρακτηρίσει «αέρα φρέσκο» τις οργισμένες φωνές που καταγγέλλουν την υποχώρηση, θεωρώντας προφανώς ότι οι πολίτες έχουν μνήμη χρυσόψαρου.
Αντί να απαιτήσει την άνευ όρων εφαρμογή της Συνθήκης του Νεϊγί και της Συνθήκης της Χάγης του 1954, όπως είχε αναδείξει στο πρωτοσέλιδό της «κυριακάτικης δημοκρατίας», η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε τη λογική του ανατολίτικου παζαριού. Εξίσωσε τα κλοπιμαία μιας στυγνής λεηλασίας με νόμιμα ευρήματα της επικράτειάς μας, προσφέροντας άλλοθι στους σφετεριστές. Κι όμως, ο κ. Χατζηβασιλείου μοιράζει ευχαριστίες στον Κυριάκο Μητσοτάκη για ένα παζάρι που ουσιαστικά ναρκοθετεί κάθε μελλοντική απαίτηση για το σύνολο των κλαπέντων θησαυρών της Μακεδονίας.