Σε μια ηχηρή παρέμβαση για τα πεπραγμένα της εξωτερικής πολιτικής προχώρησε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, ασκώντας οξεία κριτική στους χειρισμούς της κυβέρνησης, αλλά και στη στάση της Δύσης ευρύτερα σε σειρά κρίσιμων θεμάτων. Ο κ. Καραμανλής στηλίτευσε την τακτική των «δύο μέτρων και των δύο σταθμών», αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν η Δύση να καταδικάζει τον ρωσικό αναθεωρητισμό στην Ουκρανία, αλλά παράλληλα να αντιμετωπίζει ως πολύτιμο σύμμαχο την Τουρκία, η οποία διατηρεί παράνομη κατοχή στην Κύπρο και προβάλλει κλιμακούμενες διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται μια πιο σύνθετη και πολυδιάστατη στρατηγική στο νέο, ασταθές διεθνές περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, υπεραμύνθηκε της στρατηγικής επιλογής του για προσέγγιση με την Κίνα από το 2004 και την εμβληματική επένδυση της COSCO στον Πειραιά. Το μήνυμά του ήταν σαφές, οι παραδοσιακές συμμαχίες παραμένουν αναγκαίες, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους αν η Ελλάδα δεν διαμορφώνει αυτόνομη εθνική στρατηγική.
Η ομιλία του κ. Καραμανλή έγινε χθες, 7 Οκτωβρίου 2026, κατά την τελετή έναρξης του ελληνικού κύκλου του προγράμματος Belt and Road Finance EMBA της Σχολής Χρηματοοικονομικών PBC του Πανεπιστημίου Tsinghua, με αφορμή τα 20 χρόνια της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – Κίνας και την εμπειρία της COSCO στον Πειραιά.
Ο χρόνος των δηλώσεων του πρώην πρωθυπουργού μόνο τυχαίος δεν φαίνεται να ήταν, δεδομένου ότι την ίδια ημέρα βρισκόταν στην Αθήνα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος μαζί με τον Γιώργο Γεραπετρίτη εγκαινίασε τον 6ο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας – ΗΠΑ. Ειδικότερα, ο πρώην πρωθυπουργός χαρακτήρισε άδικη και παράνομη τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σημείωσε, όμως, ότι η προηγούμενη στάση της συλλογικής Δύσης δεν ήταν άμοιρη ευθυνών και έθεσε επί της ουσίας το ερώτημα: Πώς γίνεται η Δύση να καταδικάζει τον ρωσικό αναθεωρητισμό και την ίδια ώρα να αντιμετωπίζει ως πολύτιμο σύμμαχο την Τουρκία, η οποία προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις κατά της Ελλάδας, απειλεί με πόλεμο και εξακολουθεί να κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ο κ. Καραμανλής υποστήριξε πως το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο ασταθές και ότι οι ΗΠΑ, αν και παραμένουν η ισχυρότερη δυτική δύναμη, δυσκολεύονται πλέον να επιβάλουν τη βούλησή τους. Κατά την εκτίμησή του, το νέο περιβάλλον επιβάλλει μια πιο σύνθετη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Ο πρώην πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα παραμένει ευθυγραμμισμένη με τη Δύση, σημειώνοντας όμως ότι η ίδια η Δύση βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού και, ενδεχομένως, διχασμού. Στο πλαίσιο αυτό ενέταξε και τη στρατηγική επιλογή προσέγγισης με την Κίνα που έκανε η κυβέρνησή του από το 2004. Ο κ. Καραμανλής υπενθύμισε ότι η Αθήνα επιδίωξε τότε να ενισχύσει την οικονομική διπλωματία, με αιχμή τη ναυτιλία, το εμπόριο και τον τουρισμό, και να μετατρέψει την Ελλάδα σε στρατηγικό κόμβο μεταξύ Ασίας, Μεσογείου, Βαλκανίων και Ευρώπης. Ορόσημο υπήρξε η Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση Ελλάδας – Κίνας το 2006. Η επένδυση της COSCO στον Πειραιά αποτέλεσε το πιο χειροπιαστό αποτέλεσμα αυτής της επιλογής. Ο Καραμανλής παραδέχτηκε ότι ήδη τότε είχε προκαλέσει σκεπτικισμό σε γεωπολιτικούς εταίρους της Ελλάδας. Επέμεινε, όμως, ότι εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε άλλος αξιόπιστος διεθνής επενδυτής που να ενδιαφέρεται για το λιμάνι. Κατά τον ίδιο, το σημερινό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη ανταγωνιστικών λιμενικών υποδομών επιβεβαιώνει εκ των υστέρων τη στρατηγική αξία εκείνης της απόφασης.
Για «πύλη που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη» έκανε λόγο ο Κινέζος πρέσβης
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Κινέζος πρέσβης στην Αθήνα Fang Qiu. Τόνισε ότι η συνεργασία των δύο χωρών δεν περιορίζεται στην πολιτική, αλλά στηρίζεται σε οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα με βάθος χρόνου. Ο Κινέζος πρέσβης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον Πειραιά, τον οποίο παρουσίασε ως «πύλη που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη». Επισήμανε, δε, ότι ο χερσαίος-θαλάσσιος διάδρομος μέσω Πειραιά και Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μπορεί να μειώσει κατά 7 έως 10 ημέρες τους χρόνους μεταφοράς σε σχέση με παραδοσιακές θαλάσσιες διαδρομές, ενώ παρουσίασε την Ελλάδα ως βάση για περαιτέρω κινεζικές επενδύσεις σε logistics, ναυτιλιακές υπηρεσίες και συναφείς δραστηριότητες. Ο πρέσβης στάθηκε και στη συμπληρωματικότητα των δύο οικονομιών: στην ελληνική ναυτιλία, στην καθαρή ενέργεια, στον τουρισμό, στη ναυπηγοεπισκευή και στα αγροτικά προϊόντα, από τη μία, και στο βιομηχανικό και τεχνολογικό αποτύπωμα της Κίνας, από την άλλη.
Ανάλογο ήταν και το μήνυμα του καθηγητή Jiao Jie, κοσμήτορα της Σχολής Χρηματοοικονομικών PBC του Tsinghua. Ο κ. Jie θύμισε ότι η φετινή χρονιά συμπίπτει με τα 20 χρόνια της Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης και συνέδεσε ευθέως τη συμφωνία του 2006 με τη μετέπειτα πορεία του Πειραιά. Κατά τον ίδιο, το λιμάνι αποτελεί σήμερα απτό τεκμήριο της διορατικότητας εκείνης της επιλογής, ενώ η Ελλάδα, ως νότια πύλη της Ευρώπης, κέντρο της παγκόσμιας ναυτιλίας και κόμβος της γαλάζιας οικονομίας, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το μέγεθος της οικονομίας της. Ουσιαστικά το μήνυμα το οποίο εξέπεμψαν και οι τρεις παρεμβάσεις ήταν, τελικά, κοινό: Οι παραδοσιακές συμμαχίες δεν καταργούνται ούτε αρκούν από μόνες τους σε έναν κόσμο που αλλάζει, και για μια χώρα στη θέση της Ελλάδας το ζητούμενο δεν είναι να διαλέγει κάθε φορά στρατόπεδο αλλά να έχει στρατηγική.