Οι θρίαμβοι του ακροδεξιού AfD στις τοπικές εκλογές σε Σαξονία-Ανχαλτ και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία σίγουρα τράβηξαν την παγκόσμια προσοχή, όμως ο πραγματικός ελέφαντας στο δωμάτιο υπήρξαν οι τοπικές εκλογές στο Βερολίνο.
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Και αυτό γιατί, αντίθετα με το AfD, που δεν αναμένεται να σχηματίσει κάποια τοπική κυβέρνηση, το ενδεχόμενο αυτό είναι ορατό στη γερμανική πρωτεύουσα – αλλά με κεντρικό του άξονα όχι ένα κόμμα της άκρας Δεξιάς, αλλά της άκρας Αριστεράς.
Γιατί σαν να μην έφθανε ότι στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου το ακροαριστερό Die Linke ήρθε πρώτο με ποσοστό 25,70% στο Βερολίνο, αλλά επίσης ήδη ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Σοσιαλδημοκράτες (12,10%) και τους Πράσινους (14,30%), που αυτή τη φορά δεν θέλησαν το γνώριμο «συστημικό» μοντέλο μιας μαθηματικά δυνατής τοπικής πλειοψηφίας με τους Χριστιανοδημοκράτες (18,80%), αλλά ένα ταξίδι στο άγνωστο.
Πράγμα που σημαίνει ότι, άνευ απροόπτου, νέα «πρωθυπουργός» του Βερολίνου (ή μάλλον «κυβερνώσα δήμαρχος» – «Regierender Bürgermeister») θα γίνει η (τουρκικής καταγωγής) Elif Eralp και το «Κόκκινο Δημαρχείο» («Rotes Rathaus» – το υπέροχο κοκκινωπό κτίριο της εμβληματικής Alexanderplatz) θα γίνει και πολιτικά «κόκκινο».
Ή, με άλλη διατύπωση, λίγα μέτρα από εκεί που κάποτε έστεκε ο «Τοίχος του Αίσχους» («Schandmauer»), για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του άλλοτε επίσης «κυβερνώντος δημάρχου» της πόλης και μετέπειτα καγκελάριου Βίλι Μπραντ, θα εγκατασταθούν οι οιονεί νοσταλγοί του κομμουνισμού. Ή μήπως ούτε καν οιονεί;
Και ο λόγος που το θέτω έτσι είναι ότι, παρά το γεγονός ότι ο διεθνής Τύπος επέμεινε στον «αντισημιτισμό» του φιλοκομμουνιστικού μορφώματος (στελέχη του οποίου ανήκουν, μεταξύ άλλων, σε παλαιστινιακές οργανώσεις που έχουν ανακηρυχθεί επισήμως τρομοκρατικές), εντυπωσιακότερο όλων σίγουρα έχει υπάρξει το γεγονός ότι μιλάμε για ένα κόμμα που κατέβηκε με κεντρική προεκλογική του δέσμευση να «κοινωνικοποιήσει» (διάβαζε απαλλοτριώσει) χιλιάδες κατοικίες, που βρίσκονται στην ιδιοκτησία μεγάλων εταιριών και έτσι να δώσει «στέγη στον λαό» – και αυτό δεν ακούγεται απλώς «οιονεί», αλλά μάλλον κανονικός κομμουνισμός.
Και μάλιστα, όπως θα έλεγε, υποθέτω, το ίδιο το Die Linke, είναι και αμιγώς πλειοψηφικός κομμουνισμός, γιατί το 2021 το ίδιο το Βερολίνο ψήφισε σε τοπικό δημοψήφισμα υπέρ της «κοινωνικοποίησης» αυτής και το ποσοστό υπερέβη το 60%! Ενώ, εξάλλου, το ίδιο το μεταπολεμικό Σύνταγμα της Γερμανίας, ο περίφημος «Βασικός Νόμος» του 1949, προβλέπει στα άρθρα 14 και 15 αυτού τέτοια «κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας» (εξαίρεση ανάμεσα σε όλα τα άλλα δυτικά Συντάγματα), ακριβώς χάριν «υπέρτερου καλού». Ηρθε, αλήθεια, η ώρα για τους «έχοντες» να παραδώσουν τα κλειδιά;
Πολύ αμφιβάλλω – εάν το ερώτημα είναι πρακτικό, η απάντηση είναι ότι τα κλειδιά θα παραμείνουν εκεί όπου βρίσκονται. Γιατί δεν είναι μόνο ότι η φαντασίωση δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ πραγματικότητα, ακόμα και εάν ήθελε, απιθάνως, νομοθετηθεί, γιατί πολύ απλά θα κατέπιπτε 100% στα δικαστήρια (για την ιστορία, τα άρθρα 14-15 του «Βασικού Νόμου» δεν εφαρμόσθηκαν ποτέ και ο λόγος της ύπαρξής τους υπήρξε καθαρά πολιτικός – σε μια στιγμή που η Γερμανία σχεδόν έπνεε τα λοίσθια, οι συντάκτες ήθελαν να αφήσουν ανοιχτή μια χαραμάδα για «μελλοντικό σοσιαλισμό» χάριν κοινωνικής ενότητας).
Αφύσικη χείρα συνεργασίας
Αλλά, πολύ περισσότερο, επειδή η ίδια ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε, τον περασμένο Ιούλιο, ότι θα περάσει νόμο που θα απαγορεύει τέτοια περιουσιακά πογκρόμ – μάλιστα πολλοί νομίζουν ότι ο πραγματικός λόγος που Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι έτειναν αφύσικη χείρα συνεργασίας στο Die Linke υπήρξε, ακριβώς, μήπως μπορέσουν και ελέγξουν εκ των έσω «το τρελοκομείο». Γιατί, πράγματι, ανεξαρτήτως Βερολίνου (όπου το επενδυτικό πλήγμα υπήρξε ήδη βαρύ), το μείζον πρόβλημα είναι πράγματι ιδεολογικό και κατά τούτο μπορεί να κάνει όλους μας, αργά ή γρήγορα, να ζήσουμε «το δικό μας Βερολίνο» (όπως λ.χ. έγινε, έστω σε μετριοπαθέστερη εκδοχή, στη Νέα Υόρκη με την εκλογή Μαμντάνι).
Γιατί αυτό που δεν γίνεται όσο θα έπρεπε σαφές είναι ότι δεν είναι οι ιδιοκτήτες (εταιρικοί και μη) που οδήγησαν στην έκρηξη του κόστους στέγης (ώστε να πρέπει, τάχα, να «παραδώσουν τα κλειδιά»), αλλά οι ίδιοι οι πολιτικοί – στο Βερολίνο και παντού.
Πώς; Αφενός γιατί είναι αυτοί που επέβαλαν τις διαρκείς απαγορεύσεις για δόμηση, επικαλούμενοι προσχήματα («πολεοδομικό σχεδιασμό», «προστασία του περιβάλλοντος», «βιώσιμη ανάπτυξη»), που τους επέτρεπαν, ελέγχοντας τον δομημένο χώρο, να έχουν μονίμως δέσμιο τον πολίτη (και μάλιστα με ένα ακόμα δραστικότερο μέσο από τους φόρους) – απαγορεύσεις που οδήγησαν, με τη σειρά τους, σταδιακά σε έλλειμμα στην προσφορά κτιρίων και εκτίναξη τιμών λόγω αναντιστοιχίας προσφοράς και ζήτησης, ιδίως στις μεγάλες πόλεις και πολύ περισσότερο στο Βερολίνο, μια ακραία περίπτωση πόλης με περίσσεια γης αλλά με μια πολιτική τάξη που απαγόρευε υστερικώς την οικοδόμησή της.
Και, αφετέρου, βέβαια, γιατί οι πολιτικοί ήταν επίσης αυτοί που επέλεξαν, χάριν εύκολης δημοφιλίας, να παρουσιάζουν την αδυναμία εκείνων που δεν έχουν τα μέσα να ζήσουν σε τέτοιες μεγάλες πόλεις (που λόγω ελλείμματος κτιρίων γίνονται μοιραία ολοένα και πιο ακριβές) ως ένα πλασματικό πρόβλημα στέγασης, αντί αυτού που πράγματι είναι, δηλαδή μια απρόσιτη επιλογή lifestyle που πρέπει δήθεν να επιδοτούν οι άλλοι (μέσω φόρων ή ακόμα και απαλλοτριώνοντας περιουσίες) – αλλά γιατί να επιδοτείται κάποιος για να ζει στο Βερολίνο; Ή, με άλλη διατύπωση, όταν το Βερολίνο επιλέγει επισήμως τον νοο-κομμουνισμό, το διανοητικό υπόβαθρο είναι ήδη εκεί – είναι ο μύθος ότι το κόστος θα καλύπτεται πάντοτε από κάποιον «νοητό άλλον», ποιον όμως;


