Σαν σήμερα το 1944 έφυγε ο γερμανικός στρατός από την Αθήνα. Η παντιέρα με τον αγκυλωτό σταυρό έπαψε να μολύνει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Για λίγες εβδομάδες, μέχρι να ξεσπάσει η θύελλα της κομμουνιστικής ανταρσίας των Δεκεμβριανών, οι Ελληνες ανέπνεαν ελεύθεροι, ζούσαν ελεύθεροι, κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Είναι στ’ αλήθεια ανεκτίμητο το αγαθό της ελευθερίας και μόνο αν απολεσθεί ή κινδυνεύσει σοβαρά μπορεί να το εκτιμήσει όποιος το απολαμβάνει.
Ομως, η πικρή αλήθεια είναι πως τούτη τη λευτεριά, για την οποία μάτωσε και θυσιάστηκε ο λαός μας, παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Δεν ήρθε με τους όρους και τις συνθήκες των άλλων (πλην ανατολικής Ευρώπης) κρατών. Στην Ελλάδα και αποσχιστικό ένοπλο κίνημα ενέσκηψε και τριετής εσωτερικός πόλεμος διέλυσε ό,τι είχε απομείνει όρθιο στην Κατοχή και η ξενοκρατία θριάμβευσε και οι περισσότεροι εγκληματίες πολέμου και οι δωσίλογοι, οι οικονομικοί και οι… παραδοσιακοί κουκουλοφόροι, έμειναν ουσιαστικά ατιμώρητοι.
Και μέσα σε όλα η τραγική ειρωνεία: οι Γερμανοί της Βέρμαχτ και των Ες-Ες, που έφυγαν τρέχοντας επειδή έχασαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επανήλθαν (οι ίδιοι ή τα παιδιά και τα εγγόνια τους) ως οικονομικοί κατακτητές. «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» τιτλοφορούνταν η θρυλική κινηματογραφική ταινία (του 1948) σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου που παρουσίαζε τον φρικτό εφιάλτη ενός Ελληνα (τον ενσαρκώνει ο Βασίλης Λογοθετίδης) που είδε στον ύπνο του την αντεπίθεση και την τελική νίκη του Γ’ Ράιχ και την επανάληψη της Κατοχής.
Οι Γερμανοί, πάντως, ξαναήρθαν, αλλά όχι ως οπλοφόροι στρατιώτες του εχθρού. Φορούσαν κοστούμια και τα όπλα που κράδαιναν ήταν το ζεστό χρήμα των εταιριών τις οποίες εκπροσωπούσαν (βλ. Siemens). Το βρόμικο και μαύρο χρήμα προσφερόταν σε κουκουλοφόρους πολιτικούς και στελέχη δημόστων οργανισμών. Οι Γερμανοί λάδωναν για να αγοράζουν υπογραφές για αναθέσεις μεγάλων έργων του Ελληνικού Δημοσίου στις εταιρίες τους.
Κι από κάτι τέτοια συμβόλαια η χώρα μας χρεοκόπησε και φυλακίστηκε ξανά σε δεσμωτήρια όπως τα μνημονιακά. Δικαιοσύνη για όλα αυτά τα εγκλήματα δεν απονεμήθηκε.
Η απελευθέρωσή μας έμεινε ανολοκλήρωτη.
Από τη στήλη «Η θέση μας» της «Δημοκρατίας»
