Η επικοινωνιακή φούσκα της κυβέρνησης περί δήθεν «ιστορικής επιστροφής» των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων κατέρρευσε οριστικά, αφήνοντας πίσω της ακόμα μία φορά τη βαριά σκιά μιας πρωτοφανούς εθνικής υποχώρησης.
Οσα αποκάλυψε η «κυριακάτικη δημοκρατία» για την «Μεγάλη απάτη με τα 48 ιερά κειμήλια» επιβεβαιώθηκαν στο απόλυτο, καταδεικνύοντας την πλήρη απογύμνωση ενός κυβερνητικού θριάμβου που μετατράπηκε σε απόλυτο διπλωματικό φιάσκο. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο όχι μόνο δεν διέψευσαν το αποκαλυπτικό πρωτοσέλιδο της «κυριακάτικης δημοκρατίας», αλλά η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αντί να δώσει στη δημοσιότητα το κρυφό μνημόνιο κατανόησης, προέβη σε μια κυνική παραδοχή, που σφράγισε με τον πιο οδυνηρό τρόπο την εθνική ήττα.
Εγκαινιάζοντας το Σάββατο την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, η υπουργός Πολιτισμού υποστήριξε προκλητικά, μεταξύ άλλων: «Αυτή η συμφωνία μάς φέρνει πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει εμμέσως ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό, με έπειτα από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και τα μουσεία της Βουλγαρίας να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν».
Με αυτή την αδιανόητη παραδοχή περί «έμμεσης» αναγνώρισης, η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού έκανε τα πράγματα ασύλληπτα χειρότερα. Στο Διεθνές Δίκαιο και στις διακρατικές συμφωνίες η κυριότητα η αναγνωρίζεται ρητά και αμετάκλητα ή απεμπολείται. Η αόριστη αυτή διατύπωση, αντί να διαλύει τις υποψίες περί απεμπόλησης της κυριότητας, τις ενισχύει άμεσα και απόλυτα, δικαιώνοντας πλήρως τη βουλγαρική πλευρά που πανηγυρίζει ότι μας παραχώρησε τα δικά μας κειμήλια ως… δανεικά!
Η κυβέρνηση, έχοντας συνηθίσει στη λογικής του ξεπουλήματος των πάντων, σιώπησε εκκωφαντικά απέναντι στις επίσημες δηλώσεις της Σόφιας ότι τα αρπαγέντα κειμήλια του 1917 ουδέποτε παραχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία στην Αθήνα, αλλά παραδόθηκαν απλώς «προς χρήση» και «αμοιβαία κατάθεση προς φύλαξη». Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, το ζήτημα πέρασε στα ψιλά, χωρίς καμία επίσημη διάψευση των βουλγαρικών ισχυρισμών και χωρίς καμία σαφή απάντηση για το ποιος κρατά τελικά την κυριότητα.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να πλασάρει ως «πολιτιστική διπλωματία» μια αμοιβαία ανταλλαγή, χαρίζοντας στη Σόφια τα οστά του τσάρου Σαμουήλ -ένα κειμήλιο τεράστιας εθνικής σημασίας για τη Βουλγαρία-, προκειμένου να πάρει πίσω 48 αντικείμενα με καθεστώς προσωρινής φύλαξης. Ξέχασαν, όμως, ότι η Συνθήκη του Νεϊγί (1919), στα άρθρα 125 και 126, υποχρέωνε μονομερώς και ανεπιφύλακτα τη Βουλγαρία να αναζητήσει και να επιστρέψει αμέσως όλα τα κλεμμένα, χωρίς η Ελλάδα να οφείλει το παραμικρό αντάλλαγμα.
Οπως ακριβώς συνέβη το 1923, με την επιστροφή των 259 χειρογράφων. Σήμερα η κυβέρνηση όχι μόνο απεμπόλησε το ισχυρότερο νομικό της όπλο, αλλά πανηγυρίζει για… ψίχουλα. Με τη λογική της «αμοιβαίας κατάθεσης» και της «έμμεσης» ιδιοκτησίας, η Αθήνα νομιμοποιεί την κατοχική αρπαγή του 1917 και μετατρέπει την αμετάκλητη υποχρέωση επιστροφής σε ένα ατέρμονο ανατολίτικο παζάρι. Η κυβέρνηση και η Λίνα Μενδώνη οφείλουν να δημοσιοποιήσουν αμέσως το πλήρες μνημόνιο.
