Με τις επιστολές υπό μάλης, Κυριάκος Μητσοτάκης και Τζόρτζια Μελόνι μετέβησαν στις Βρυξέλλες για τη διήμερη Σύνοδο Κορυφής σήμερα και αύριο, με διαφορετικά αλλά παρεμφερή αιτήματα: να δοθεί η δυνατότητα σε όσα κράτη- μέλη το επιθυμούν και έχουν το χρήμα, να ξοδέψουν παραπάνω από το επιτρεπτό όριο για να ζεστάνουν τους ψηφοφόρους τους.
Για την Ελλάδα το ζήτημα είναι απλό: ναι μεν υπάρχουν ταμειακά διαθέσιμα, απαγορεύεται δε η χρησιμοποίησή τους εξαιτίας δημοσιονομικών περιορισμών, με τον πρωθυπουργό να τονίζει σε επιστολή προς την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος είναι αντιμέτωπη με εξαιρετικές καταστάσεις που απαιτούν υπερβάσεις των αυστηρών κανόνων.
Παρά τις μέχρι τώρα χλιαρές (έως αρνητικές) αντιδράσεις, στο οικονομικό επιτελείο επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία, πολλώ δε μάλλον που παρόμοιο ήταν και το περιεχόμενο της αντίστοιχης επιστολής της πρωθυπουργού της Ιταλίας. Όμως, οι πιθανότητες είναι εναντίον μας για έναν όχι και τόσο ασυνήθιστο λόγο: αντιδρούν σθεναρά η Γερμανία και οι χώρες- δορυφόροι του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Στο ζήτημα του Μεταναστευτικού, η ελληνική πλευρά έχει υποστηρίξει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού διαχείρισης έκτακτων αναγκών. Ο μηχανισμός αυτός αφορά την αντιμετώπιση περιπτώσεων μαζικής εισροής ή εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών.
Σχετικά με τη συζήτηση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), η οποία βασίζεται στο αναθεωρημένο Negobox της Ιρλανδικής Προεδρίας, η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι οι διευρυμένοι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτούν έναν ευρωπαϊκό προϋπολογισμό με επαρκείς πόρους. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, οι νέες προτεραιότητες στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της έρευνας και της καινοτομίας δεν θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν μέσω περικοπών στην Πολιτική Συνοχής και την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ).
Η Ελλάδα απορρίπτει περαιτέρω μειώσεις στους δύο αυτούς τομείς, εμφανίζεται ωστόσο ανοιχτή στη διαπραγμάτευση για ένα νέο πακέτο ίδιων πόρων, έχοντας ήδη καταθέσει σχετικές προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι το οικονομικό βάρος δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τα λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη-μέλη.
