Στοπ στην αναγκαστική εκτέλεση πλειστηριασμών όταν διακυβεύεται η οικογενειακή στέγη, σύμφωνα με μια απόφαση-σταθμό του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Με την υπ’ αριθμόν 1404/2026 απόφασή του, το ΣΤ΄ Τμήμα του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου βάζει αυστηρούς συνταγματικούς φραγμούς στις πρακτικές είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, την Εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους ΟΤΑ μέσω του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθαρίζει με απόλυτο τρόπο ότι η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός της μοναδικής κατοικίας ενός οφειλέτη δεν αποτελούν «εύκολη λύση» για τις φορολογικές αρχές. Συγκεκριμένα, η δέσμευση και εκποίηση της οικογενειακής στέγης είναι νόμιμη μόνο εφόσον έχει προηγηθεί εξαντλητική, τεκμηριωμένη έρευνα και έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχουν άλλα κατάλληλα περιουσιακά στοιχεία ικανά να ικανοποιήσουν τη δημόσια απαίτηση.
Στο σκεπτικό της απόφασης, υπογραμμίζεται ότι η κατοικία συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής, αποτελώντας αντικείμενο υψίστης κρατικής μέριμνας.
Παρόλο που η είσπραξη των δημοσίων εσόδων εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, η Διοίκηση υποχρεούται να αποδεικνύει ότι η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου —δηλαδή της απώλειας του σπιτιού— ήταν απολύτως αναγκαία και ότι δεν υπήρχαν ηπιότερα μέσα για να επιτευχθεί ο ίδιος σκοπός. Η ύπαρξη απλώς άλλης περιουσίας δεν αρκεί, απαιτείται οι υπηρεσίες να αιτιολογούν γιατί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν πρωτίστως.
Το χρονικό της υπόθεσης στο Μοσχάτο
Η υπόθεση που έφτασε στην κρίση του ΣτΕ αφορούσε οφειλές ύψους 142.917 ευρώ ανώνυμης εταιρείας προς το Δημόσιο. Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε προχωρήσει στην κατάσχεση ποσοστού 50% μιας μεζονέτας 162 τ.μ. στο Μοσχάτο —ιδιοκτησίας του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας— η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στις 100.000 ευρώ με τιμή πρώτης προσφοράς 80.000 ευρώ.
Ο οφειλέτης προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι το ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κύρια κατοικία της οικογένειάς του και ότι το Δημόσιο όφειλε να στραφεί αρχικά κατά της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας που διέθετε σε άλλες περιοχές της χώρας. Τόσο το Διοικητικό Πρωτοδικείο όσο και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δικαίωσαν τον οφειλέτη, κρίνοντας ότι η πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Το Δημόσιο προσέφυγε στο ΣτΕ, το οποίο απέρριψε την αίτησή του, επικυρώνοντας την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο της απόφασης 1404/2026 είναι η δικονομική προστασία του πολίτη. Το ΣτΕ έκρινε ότι η παράλειψη της προηγούμενης έρευνας για την ύπαρξη εναλλακτικών περιουσιακών στοιχείων συνιστά πλημμέλεια που δεν αφορά μόνο την αρχική κατασχετήρια έκθεση, αλλά προσβάλλει τη νομιμότητα ολόκληρης της διαδικασίας.
Ως εκ τούτου, ο οφειλέτης δικαιούται να προβάλει τον ισχυρισμό αυτό για πρώτη φορά με ανακοπή ακόμη και κατά του προγράμματος πλειστηριασμού. Εφόσον η ανακοπή γίνει δεκτή, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακυρώνεται και η κατάσχεση καθίσταται ανενεργή, βάζοντας φρένο στις αυθαίρετες πρακτικές κατασχέσεων.
