Η Μαρίν Λεπέν, επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού (RN) και υποψήφια για την προεδρία της Γαλλίας, σε δηλώσεις της υποστήριξε πως όλα τα τραπεζικά ιδρύματα της Γαλλίας αρνούνται να χρηματοδοτήσουν την προεκλογική της εκστρατεία για το 2027.
Παρόλο που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, η Λεπέν βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικό στραγγαλισμό ακόμα και πριν από τον πρώτο γύρο των εκλογών, που θα διεξαχθεί στις 18 Απριλίου του επόμενου έτους. Ο αποκλεισμός αυτός θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα για τη λειτουργία ενός κράτους που θέλει να λέγεται δημοκρατικό: ποιος έχει τον τελευταίο λόγο για τη βιωσιμότητα μιας πολιτικής πρότασης, ο ψηφοφόρος στην κάλπη ή οι αγορές και οι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί;
Το γαλλικό σύστημα φαίνεται να εγκλωβίζεται σε ένα επικίνδυνο παράδοξο. Μπλοκάροντας τη χρηματοδότηση κομμάτων που χαρακτηρίζει αντιδημοκρατικά, τα ωθεί να αναζητήσουν ξένες πηγές χρηματοδότησης, για να τους προσάψει στη συνέχεια εξωτερική εξάρτηση. Επίσης, αυτό που αναδεικνύεται εδώ είναι η ολοένα μεγαλύτερη επιρροή των χρηματοπιστωτικών θεσμών πάνω στη λαϊκή κυριαρχία και τις επιλογές που θα μπορούσαν να έχουν οι πολίτες την ώρα της κάλπης.
Χρεωμένα κόμματα
Σύμφωνα με τον επικεφαλής μεγάλης γαλλικής τράπεζας, «τα τραπεζικά δάνεια θα χορηγηθούν κατά κύριο λόγο στο τέλος του έτους», όταν οι υποψήφιοι θα χρειαστούν σημαντικά κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν τις μεγάλες προεκλογικές τους συγκεντρώσεις. Το χρέος ορισμένων κομμάτων, κυρίως των Ρεπουμπλικανών (LR) και του Εθνικού Συναγερμού, περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι μια προεδρική εκστρατεία. Και το κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό: για τους σημαντικότερους υποψηφίους μπορεί να φτάσει έως τα 8 εκατομμύρια ευρώ στον πρώτο γύρο, ενώ για όσους περάσουν στον δεύτερο γύρο το ανώτατο όριο των εκλογικών δαπανών ανέρχεται στα 22,5 εκατομμύρια ευρώ.
Μια πιθανή λύση θα ήταν τα κόμματα που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα να αναζητήσουν δάνεια από ιδιώτες. Σε σημείωμα με ημερομηνία 21 Σεπτεμβρίου, το οποίο διαβιβάστηκε στις μεγαλύτερες πολιτικές παρατάξεις, η γενική γραμματέας της κυβέρνησης, Λοράνς Μαριόν, εξετάζει τη νομιμότητα ενός συγκεκριμένου τρόπου χρηματοδότησης: ένα κόμμα να λαμβάνει δάνειο από ιδιώτες και στη συνέχεια να δανείζει τα χρήματα στον υποψήφιό του.
Η συγκεκριμένη λύση έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Εθνικό Συναγερμό, καθώς οι υποψήφιοι στις γαλλικές προεδρικές εκλογές δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν απευθείας δάνεια από ιδιώτες. Το μοντέλο που εξετάζει η κυβέρνηση δημιουργεί, έτσι, έναν έμμεσο τρόπο χρηματοδότησης μέσω του ίδιου του κόμματος.
Ωστόσο, η κυβερνητική γνωμοδότηση δεν αποτελεί οριστική νομική εγγύηση. Η τελική κρίση για τη νομιμότητα της χρηματοδότησης ανήκει στην Εθνική Επιτροπή Εκλογικών Λογαριασμών και Πολιτικής Χρηματοδότησης (CNCCFP) και, ενδεχομένως, στο Συνταγματικό Συμβούλιο, καθώς προκύπτει ένα σημαντικό νομικό ερώτημα: θα μπορούσε μια τέτοια πρακτική να θεωρηθεί τρόπος παράκαμψης της απαγόρευσης που ισχύει για τα δάνεια ιδιωτών προς υποψηφίους στις προεδρικές εκλογές;
Και, σε αυτή την περίπτωση, κινδυνεύουν τα ενδιαφερόμενα κόμματα να χάσουν την επιστροφή μέρους των δαπανών της προεκλογικής τους εκστρατείας από το κράτος, όπως κανονικά προβλέπεται;
Χωρίς να εκφραστεί επίσημα επί του ζητήματος, η CNCCFP υπενθύμισε στη γενική γραμματεία της κυβέρνησης ότι δύο υποψήφιοι στις προεδρικές εκλογές του 2022 είχαν ήδη προσφύγει σε τέτοια δάνεια ιδιωτών χωρίς να προκληθούν προβλήματα. Σύμφωνα με πληροφορίες, επρόκειτο για τον Ερίκ Ζεμούρ, επικεφαλής του κόμματος Αναντικατάσταση από τον χώρο της ριζοσπαστικής Δεξιάς και… τη Μαρίν Λεπέν. Η πρακτική αυτή δεν είχε προκαλέσει προβλήματα τότε επειδή τα δάνεια από ιδιώτες χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του κόμματος γενικά και όχι ειδικά μιας προεδρικής εκστρατείας.
Τα δάνεια της Λεπέν
Σήμερα ο Εθνικός Συναγερμός εξακολουθεί να χρωστά 16 εκατομμύρια ευρώ σε ιδιώτες, ενώ μόνο το 2022 και το 2023 είχε συνάψει 514 δάνεια, συνολικού ύψους σχεδόν 10 εκατομμυρίων ευρώ. Τα ποσά κυμαίνονταν από 500 ευρώ έως 1,5 εκατομμύριο ευρώ, ενώ 18 δάνεια ξεπερνούσαν τα 75.000 ευρώ και αντιπροσώπευαν σχεδόν το ήμισυ του συνολικού δανεισμού.
Το πρόβλημα είναι ότι η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δανείων μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθεί συγκαλυμμένη δωρεά. Η CNCCFP έχει επισημάνει ότι δύο περιστατικά μέσα σε διάστημα έξι ετών μπορούν να χαρακτηριστούν «ένδειξη συστηματικής πρακτικής», γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των ιδιωτών που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τη νέα εκστρατεία της Λεπέν.
Παράλληλα, στο πρωθυπουργικό μέγαρο εκφράζονται φόβοι ότι η προσφυγή σε μεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια θα μπορούσε να ενισχύσει την επιρροή στα κόμματα δισεκατομμυριούχων που ήδη διαθέτουν ισχυρή παρουσία στον δημόσιο διάλογο, μεταξύ άλλων μέσω της ιδιοκτησίας μέσων ενημέρωσης.
Η Μαρίν Λεπέν θεωρεί τα δάνεια ιδιωτών ως μία από τις ταχύτερες λύσεις και ζητεί αλλαγή της νομοθεσίας. Η κυβέρνηση, ωστόσο, απορρίπτει προς το παρόν αυτή την προοπτική, ενώ ο Εθνικός Συναγερμός αναζητά άλλες λύσεις, μεταξύ των οποίων και τραπεζική χρηματοδότηση από το εξωτερικό.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση των προηγούμενων δανείων του κόμματος βρίσκεται στο μικροσκόπιο της γαλλικής Δικαιοσύνης. Η Εισαγγελία του Παρισιού έχει ανοίξει δικαστική έρευνα για επαναλαμβανόμενα δάνεια προς το RN, έπειτα από αναφορά της CNCCFP. Ετσι, η χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας της Μαρίν Λεπέν για το 2027 εξελίσσεται σε ένα διπλό πρόβλημα για τον Εθνικό Συναγερμό: οι τράπεζες παραμένουν επιφυλακτικές, ενώ η προσφυγή στον δανεισμό από ιδιώτες γεννά νέες νομικές και πολιτικές παρενέργειες.

