Οι εικόνες που βλέπετε είναι χθεσινής εσοδείας. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας όλοι σχεδόν οι τηλεοπτικοί σταθμοί κατέθεσαν τον οβολό τους στο κοινό ταμείο της υπηρεσίας της αποκολοκύνθωσης των τηλεθεατών.
Η κατασκευή δουλοπαροίκων δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν μπει, σε ψηφιακά ενέσιμη μορφή, μια γερή δόση υποκουλτούρας και τιποτοφροσύνης στις συνειδήσεις όσων χάσκουν μπροστά στις οθόνες. Είναι δυνατόν μια τέτοια εποχή, που απέχουμε χιλιοστά από την άνευ όρων παράδοσή μας σ’ ένα παγκόσμιο ολοκληρωτικό σύστημα, να μην ασχοληθούν τα ΜΜΕ με το ολοστρόγγυλο τίποτα της κόντρας της Αννας Βίσση και του Νίκου Καρβέλα; Θα μπορούσε κάποιος γνήσιος τηλεορασάνθρωπος (ωραία έκφραση και ως μεταφορά και ως κυριολεξία) να εξαιρέσει αυτή τη σαχλαμάρα από τα περιεχόμενα της εκπομπής του; Σαφέστατα όχι.
Είναι το ίδιο το μέσο που θέλει τέτοια, είναι η φύση τούτης της λειψής επικοινωνίας που διψά για όποια γαλότσα κι όποια κακαράντζα επιπλέει στον αφρό της ειδησεογραφίας. Δεν είναι η τηλεόραση για… βάθη. Η επιφάνεια την ταΐζει, τη συντηρεί. Κάπου στα βάθη, στα ανήλιαγα, υδάτινα δώματα των ωκεανών του παρασκηνίου, δραστηριοποιούνται οι αβυσσαίοι θηρευτές, που ελέγχουν την «ενημέρωση» και την «ψυχαγωγία».
Προσοχή, δεν είναι ελληνικό φαινόμενο αυτό, που τέτοια τύχη να πρωτοτυπήσουμε ακόμα και στην παρακμή. Παγκόσμιες διαστάσεις έχει λάβει τούτη η πανώλη. Εχει επιβληθεί και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι είναι και διαχρονική. Υφίσταται πριν από την εφεύρεση της τηλεόρασης. «Αρτο και θεάματα (panem et circenses στα λατινικά)» δεν θέλαν οι Ρωμαίοι πλεμπαίοι; Αρτο και θεάματα αξιώνουν και οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι που αυταπατώνται πως είναι… κυρίαρχοι (τρομάρα τους) επειδή τους αφήνουν να ψηφίζουν όσους προβάλλει το σάπιο σύστημα.
«Και καλά», θα αναρωτηθεί κάποιος, «και τι να κάνουμε; Τι μπορεί να υποκαταστήσει / αντικαταστήσει την τηλεόραση, το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο, τα ΜΜΕ του συρμού;». Υπάρχει πρόταση. Το τίποτα να αντικατασταθεί από την επαφή με το παν. Εκκίνηση μιας τέτοιας επαφής είναι η σχέση.
Η σύναψη προσωπικών σχέσεων, η συναναστροφή, ο διάλογος με τους ανθρώπους και οι κοινές εμπειρίες. Κι ύστερα, η απεξάρτηση από το τίποτα μπορεί να γίνει ακόμα πιο εφικτός ως στόχος μέσω της επαφής με τη φύση. Και να τελειοποιηθεί με τη βασική υποχρέωση οποιουδήποτε φιλοδοξεί να δικαιώνει με τη στάση του απέναντι στα πράγματα τον τιμητικό τίτλο του ανθρώπου: να βαδίσει την οδό της αυτογνωσίας. Μπορεί να μην την επιτύχει πλήρως, αλλά και η αρχή της πορείας είναι μεγάλη υπόθεση. Και με τις σαχλαμάρες για κόντρες Βίσση – Καρβέλα δεν την επιτυγχάνεις.
ΥΓ.: Φωτεινή εξαίρεση σ’ όλους όσοι μίλησαν για την υπόθεση είναι ο Γιώργος Πολυχρονίου. Αυτός ο φοβερός τύπος, με την ιδιαίτερα οξυμένη αίσθηση του χιούμορ, είπε χθες τα ακόλουθα σαρκαστικά και δηλητηριώδη για την Αννα Βίσση: «Την παρομοιάζω με τη μούσα Ευτέρπη, την προστάτιδα της μουσικής. (…) Η Αννα Βίσση, παρόλο που είναι 70 ετών (σ.σ.: είναι 68), μοιάζει με 69!»
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

