Πετάμε τα ιερότερα των κειμηλίων, τα οστά των ηρώων
Οσο ο Βελισσαρίου, ο Κολοκοτρώνης και οι ανώνυμοι εύζωνοι της Κρέσνας παραμένουν ξεχασμένοι σε βουλγαρικό έδαφος, τα μεγάλα λόγια περί «εθνικής μνήμης» είναι αέρας κοπανιστός
Ολη την ώρα, βίρα μάινα, μιλούν στο παρλαμέντο για την Ιστορία και τον πολιτισμό και καμώνονται ότι τους κόφτει για τα κειμήλια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ψεύδονται. Επαναλαμβάνουν πως αγωνίζονται για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, για τα χειρόγραφα των μοναστηριών της Μακεδονίας που λεηλάτησαν οι Βούλγαροι.
Δημοκοπούν για αρχαία αγγεία, επιγραφές και λάφυρα παλιών πολέμων. Υποκρίνονται. Η αλήθεια είναι άλλη. Πίσω από την προσχηματική αναζήτηση της ύλης, των μαρμάρων και των μουσειακών εκθεμάτων, το επίσημο κράτος (και οι πολίτες που ψηφίζουν τους ανάξιους του ελληνικού έθνους εκπροσώπους) επιδεικνύει εγκληματική, προκλητική αδιαφορία για τη ζώσα σάρκα, το χυμένο αίμα της φυλής, το θεμέλιο της ίδιας της Ιστορίας: ο λόγος γίνεται για τα οστά εκείνων που σκοτώθηκαν για να υπάρχει σήμερα ελεύθερη Ελλάδα.
Τον Ιούλιο του 1913, στα στενά της Κρέσνας, της Τζουμαγιάς και στο αιματοβαμμένο Υψωμα 1378, κρίθηκε η τελική έκβαση του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Εκεί, το θρυλικό 1ο Σύνταγμα Ευζώνων και τα ανεξάρτητα αποσπάσματα της 1ης Μεραρχίας έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα, αντιμετωπίζοντας τις λυσσαλέες επιθέσεις των Βουλγάρων σε ένα ορεινό τερέν που μετατράπηκε σε φρικτό πεδίο θανάτου. Μπροστάρηδες σε αυτή τη μάχη ήταν δύο επικές μορφές.
Ο ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (γεννήθηκε το 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας), ο θρυλικός «μαύρος καβαλάρης», ο στρατιωτικός ηγέτης που με την παλικαριά και το κοφτερό του μυαλό είχε εξαναγκάσει λίγους μήνες νωρίτερα σε παράδοση των Τούρκων στο Μπιζάνι και στα Ιωάννινα. Δίπλα του, ίσος προς ίσο, μαχόταν ο τελευταίος των Κολοκοτρωναίων, ο ταγματάρχης Γεώργιος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Πάνου και εγγονός του Γέρου του Μοριά. Με το σπαθί του κατέστη γνήσιος κληρονόμος της τρομερής οικογενειακής παράδοσης.
Η σχέση του Βελισσαρίου με τον αρχιστράτηγο, τότε διάδοχο και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ ήταν μια μοναδική φιλία, σφυρηλατημένη μέσα στην παραζάλη του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος ήξερε καλά πως ο Βελισσαρίου δεν ήταν ο αξιωματικός του γραφείου που περίμενε διαταγές. Γεννήθηκε πολεμιστής. Ορμούσε πρώτος στη φωτιά. Οταν σε μια φάση των επιχειρήσεων ο Βελισσαρίου προέλαυνε με τέτοια ορμή που ξεπέρασε τις εντολές του Στρατηγείου, αλλά η παρακοή των εντολών οδήγησε στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, ο Κωνσταντίνος, βλέποντας μπροστά του αυτόν τον ατρόμητο αξιωματικό, του είπε την ιστορική κουβέντα: «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα».
H μάχη στο Υψωμα-1378
Κι ύστερα προέκυψε η μάχη στο Υψωμα 1378. Το τριήμερο μακελειό που διήρκεσε από τις 12 έως τις 15 Ιουλίου 1913, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Στις 12 Ιουλίου 1913 έπεσε μαχόμενος ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης (γεννήθηκε το 1866). Την επομένη, 13 Ιουλίου, ο Βελισσαρίου τραυματίστηκε θανάσιμα από εχθρικό βλήμα. Τον βρήκε όρθιο το μοιραίο, την ώρα που μαχόταν με το περίστροφο στο χέρι και εμψύχωνε τα παλικάρια του. Θραύσμα βουλγαρικής οβίδας ήταν το βόλι που του τρύπησε τον πνεύμονα και τον έριξε κάτω ημιθανή. Λίγες ώρες αργότερα, πριν παραδώσει το πνεύμα, ρώτησε: «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω;»
Ο γιατρός που πάλευε να τον κρατήσει στη ζωή κι είδε ότι δεν μπορούσε να τον σώσει του απάντησε: «Μείνετε ήσυχος. Θα σας εκδικηθούν εκείνοι». Τα τελευταία λόγια του ημίθεου ήρωα ήταν: «Ω, το πιστεύω, θα νικήσετε, θα φτάσετε στη Σόφια. Τι κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας, όπως και στα Γιάννενα! Κι όπως είπαμε, παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλη». Μαζί με τον Βελισσαρίου και τον Κολοκοτρώνη έπεσαν δεκάδες άλλοι αξιωματικοί και εκατοντάδες εύζωνοι. Την επομένη της θανής του θάφτηκε δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη.
Ο Ιωάννης Βελισσαρίου σκοτώθηκε, φέροντας τον βαθμό του ταγματάρχη Πεζικού. Μετά τον θάνατό του προήχθη τιμητικά «επ’ ανδραγαθία» στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Οταν τα μαντάτα του θανάτου του Βελισσαρίου έφτασαν στο Γενικό Στρατηγείο, ο διάδοχος Κωνσταντίνος λύγισε. Ξέσπασε σε λυγμούς, αδυνατώντας να πιστέψει πως χάθηκε ο ήρωας φίλος του, ο αγαπημένος του υπαρχηγός.
Συντετριμμένος μονολόγησε: «Τοιούτοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Φέρτε μου χαρτί να συγχαρώ τη γυναίκα του». «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων. Κωνσταντίνος. Βασιλεύς των Ελλήνων». Επιπλέον, ο Κωνσταντίνος διέταξε να δοθεί το όνομα του Βελισσαρίου στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων.
Τα σώματα του Βελισσαρίου, του Κολοκοτρώνη άλλων νεκρών της μάχης, τελικά, μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν όπως όπως στο προαύλιο της εκκλησίας και του ελληνικού σχολείου στο χωριό Γκράντεβο, κοντά στο Σιμιτλή, στη συνοικία Ονγιάρ μαχαλά. Η ανακωχή που ακολούθησε και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου άφησαν την περιοχή αυτή εντός της βουλγαρικής επικράτειας. Και εκεί, ακριβώς, ξεκινάει το μεγάλο μας εθνικό κρίμα, το άγος της συλλογικής αδιαφορίας.
Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα οι άνθρωποι που χάρισαν στην Ελλάδα την Ηπειρο και τη Μακεδονία παραμένουν θαμμένοι σε ξένο έδαφος. Το ελληνικό κράτος, βυθισμένο στο έλος της διαφθοράς, της ξενοκρατίας, στις μικροπολιτικές, στους καβγάδες και στην κάψα των εθνοπατριών και των εθνομητριών για εφήμερη επικαιρότητα, δεν βρήκε ποτέ το τσαγανό, τη διπλωματική επιμονή και το φιλότιμο να απαιτήσει την εκταφή, την ταυτοποίηση και τον επαναπατρισμό των λειψάνων του Βελισσαρίου, του Κολοκοτρώνη και των εκατοντάδων ευζώνων της Κρέσνας.
Στρατιωτικό νεκροταφείο
Στο πέρασμα των χρόνων το αυτοσχέδιο στρατιωτικό νεκροταφείο στο Γκράντεβο εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του. Οι σταυροί ρημάχτηκαν, τα σήματα ισοπεδώθηκαν και οι τάφοι των παλικαριών μας χάθηκαν κάτω από τα αγριόχορτα της βουλγαρικής υπαίθρου. Πρόκειται για μια ντροπιαστική κατάσταση που ξεσκεπάζει την υποκρισία της πολιτείας.
Την ώρα που εξαντλούμε την εθνική μας περηφάνια σε πανηγυρικούς λόγους, στεφάνια, παρελάσεις και φτηνές πλακέτες, αρνούμαστε να κάνουμε το πιο απλό, το πιο ιερό χρέος που οφείλει κάθε σοβαρό έθνος στους νεκρούς του: να φέρει τα οστά των προμάχων του πίσω, να αναπαυθούν στο χώμα της πατρίδας για την οποία έχυσαν το αίμα τους.
Τα οστά των ηρώων είναι τα ιερότερα των κειμηλίων. Είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία πατούν η ελευθερία, ο πολιτισμός, η αξιοπρέπεια και η ιστορία αυτού του τόπου. Η εγκατάλειψή τους στη Βουλγαρία συνιστά διαρκή προσβολή προς την ιστορική μνήμη και ντροπή για όλους μας και, φυσικά, ύβρις, που ήδη πληρώνουμε ακριβά. Η θεϊκή οργή πάντα στρέφεται εναντίον όσων αγνοούν για την πρέπουσα ταφή στους νεκρούς τους.
Οσο ο Βελισσαρίου, ο Κολοκοτρώνης και οι ανώνυμοι εύζωνοι της Κρέσνας παραμένουν ξεχασμένοι σε βουλγαρικό έδαφος, τα μεγάλα λόγια περί «εθνικής μνήμης» είναι αέρας κοπανιστός. Η εθνική μας αξιοπρέπεια δεν κρίνεται μόνο στα μουσεία με την επιστροφή γλυπτών και χειρογράφων, αλλά στο πεδίο της τιμής: με τον άμεσο, επίσημο επαναπατρισμό των οστών των ηρώων μας, την απότιση φόρου τιμής στη μνήμη τους και την εναπόθεσή τους εκεί που τους πρέπει, στην αγκαλιά της ελληνικής γης.
