Διαβάζω για τις συναυλίες, για τα κέντρα διασκέδασης, για κάποια εκατομμύρια, αλλά νομίζω ότι από όλα αυτά λείπει η αυθεντικότητα και, κυρίως, το κέφι! Πάει ο κόσμος στη «συναυλία», ακούει, φωνάζει, παρακολουθεί, αναβοσβήνει αναπτήρες και τσιγάρα, αλλά κέφι δεν βλέπω!
Κέφι βλέπω μόνο σε κάποιες εμφανίσεις Ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό, σε αίθουσες στις οποίες υπερτερεί το ελληνικό στοιχείο. Εκεί, ναι, υπάρχει κέφι!
Διευκρινίζω ότι το κέφι διαφέρει από καθετί άλλο που έχει σχέση με την ψυχαγωγία ή τη διασκέδαση. Μπορείς να ψυχαγωγηθείς κεφάτος, αλλά και να διασκεδάσεις με κέφι! Παλιότερα, το κέφι ήταν το αυτονόητο! Σας γράφω ένα παράδειγμα: Ενα βράδυ, το 1973, στο On the Rocks της Βάρκιζας, όπου παίζαμε με το συγκρότημά μας, έρχεται μια παρέα, πέντε Ελληνες, αδέλφια, που έχουν μεγαλουργήσει σε χώρες της Νοτίου Αμερικής. «Παίξτε… ισπανικά» μου λέει ο Νίκος Κουζής, ιδιοκτήτης του κέντρου. Και παίζουμε κάτι «λάτιν», ό,τι ήξερα εγώ δηλαδή, και οι άλλοι ακολουθούσαν, και η παρέα κάνει κέφι και μας γεμίζει δολάρια!
«Από αύριο μισή ώρα ισπανικά» λέει ο Κουζής, και προβάρουμε καμιά δεκαριά κομμάτια «λάτιν», αλλά πού να βρεις τότε τους στίχους, ισπανικά τραγουδούσαν μόνο οι αδελφοί Κατσάμπα! Και παίζουμε λάτιν, κανονικά -και πολύ ωραία-, αλλά από στίχους… αλαμπουρνέζικα!
Ο Πάντυ (Παντελής Γερακαρίτης, πλέον μακαρίτης) αναλαμβάνει να μας ξελασπώσει. Βάζει, λοιπόν,στίχους στο «Μολιέντο καφέ» ως εξής: «Αλακαλούμπα μορταδέλα ε σαλάμε λα πετσέτα! Αλακαλούμπα όλοι φέρτε μου να σκουπιστώ», αλλά τα έλεγε με… ισπανικό ύφος και ο κόσμος, που είχε έλθει στο κέφι, χόρευε μάμπο και ξεσάλωνε! Κι ύστερα στο «Ιστόρια ντε ουν αμόρ», έπαιρνε ο Μάικ Ροζάκης ύφος λατίνου εραστή, κι έλεγε τους στίχους που μου είχε μεταφέρει ο Ηλίας Ασβεστόπιουλος: «Γεμιστά με σαπουνάδα… κορασόν»! Βεβαίως, ο στίχος στα ισπανικά, που τον βρίσκεις εύκολα σήμερα στοYouTube, έλεγε: «Ya no estas mas a mi lado corazon», αλλά ποιος έδινε τότε σημασία! Κέφι να υπήρχε και όλα τα άλλα ακολουθούσαν!
Εκεί που γινόταν σφαγή ήταν στο τσα-τσα, το «Πεπίτο μι κορασόν». Ολόκληρο τραγούδι, κι εμείς λέγαμε μόνο τον τίτλο, κάπου πενήντα φορές! Αλλά υπήρχε τόσο κέφι, τόση ευφορία, που ουδείς πρόσεχε τι έλεγε το τραγούδι!Και μετά, που το κέφι έφτανε στο αποκορύφωμα, αρχίζαμε τη «Λα μποστέλα», που ο κόσμος ξεσάλωνε, έπεφτε στα πάτωμα και χόρευε έπειτα έξαλλα. Και μπορεί όλοι εκείνοι να είχαν πιει μια πορτοκαλάδα ή ένα ποτηράκι ουίσκι! Δεν χρειαζόταν τότε να πιεις ή να καταφύγεις σε «βαριά τσιγάρα» για να κάνεις κέφι. Το κέφι το έφερνε η ζωή, η μουσική, η διάθεση και ο έρωτας! Αντε βρες τα σήμερα όλα αυτά!
Η ΑΚΙΣ
