Οταν σ’ το ζητήσει ο πρόεδρος…
«Κατεβαίνω στις εκλογές!»
Με πήρε τηλέφωνο φίλος, μεγαλύτερός μου κάνα δυο χρόνια. «Κατεβαίνω!» μου λέει. «Πού θα συναντηθούμε;» ερωτώ. «Τι εννοείς;» απορεί. «Είπες “κατεβαίνω”, Χολαργό μένεις, άρα κατεβαίνεις Πειραιά» συμπεραίνω. «Κατεβαίνω στις εκλογές!» μου λέει. «Ε, νέος είσαι, έπρεπε να βρεις μια καλύτερη δουλειά!» του λέω. «Με ειρωνεύεσαι;» απορεί.
«Μα, τι θες να σου πω; Τρία εγγόνια έχεις, τα δύο στο πανεπιστήμιο. Μια χαρά συνταξιούχος είσαι, έχεις την οικογένεια, πας και κάνα ταξιδάκι, απ’ ό,τι λέει η κυρά σου, που τα λένε με τη δική μου. Τώρα θυμήθηκες να πολιτευτείς;» «Πρέπει, διότι η παράταξη έχει αλλοτριωθεί, έχει χάσει την ψυχή της! Εχει υποστεί οξύτατο εισοδισμό και δεν είναι το κόμμα που υπηρετήσαμε. Ουδεμία σχέση έχει με τα ιδανικά τα δικά μας, τότε, που ήμασταν στη νεολαία!» μου απαγγέλλει σαν να τα διαβάζει από κάπου.
«Αυτά που μου λες αναφέρονται σε καταστάσεις πριν από πενήντα και βάλε χρόνια! Ολα έχουν αλλάξει κι εσύ μου λες για νεολαία;» του απαντώ. «Μα, πώς; Ξεχνιούνται αυτά;» μου λέει συγκινημένος. «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, ξεχνιούνται. Διότι ξέχασες ότι εγώ τότε δεν ήμουν στη δική σας νεολαία, αλλά στη νεολαία του ΠΑΣΟΚ!» του απαντώ. Επικρατεί σιγή αμηχανίας.
«Ναι, αλλά, απ’ ό,τι θυμάμαι, το ̓81 έφυγες!» μου απαντά, σχεδόν με υπερηφάνεια που το θυμήθηκε. «Ναι, έφυγα διότι έβλεπα πού πάει το πράγμα. Καταλάβαινα ότι η εξουσία αντιμετωπιζόταν από τα κόμματα ως λάφυρο, αν και, μεταξύ μας, ο Καραμανλής τον “έφτιαξε” τον Ανδρέα, για να κάνει πράγματα τα οποία εκείνος δεν μπορούσε να κάνει» του λέω και τον φορτώνω με προβληματισμούς. Δεν πτοείται, όμως, και επανέρχεται.
«Δεν αντιλέγω, αλλά δεν πάει άλλο η σημερινή κατάσταση! Δεν αντέχεται!» μου απαντά. «Ε, φυσικά δεν αντέχεται. Παίρνεις σύνταξη κοντά στα δυο χιλιάρικα, ίσως και παραπάνω, παίρνει και καλή σύνταξη η γυναίκα σου, που την έβαλε το κόμμα στο Δημόσιο, σπίτι δικό σας έχετε, εξοχικό έχετε, η κόρη σου αποκαταστάθηκε μια χαρά, την προίκισες, αλλά και ο γαμπρός σου έχει μια καλή εταιρία, πώς να τα αντέξεις όλα αυτά;» του λέω.
«Μάλλον με ειρωνεύεσαι, αλλά εμένα μου το ζήτησε ο πρόεδρος, που διόρισε και τη σύζυγο, τότε, στο Δημόσιο, και θα κατέβω!» καταλήγει αποφασιστικά. «Και βέβαια να κατέβεις, αφού σου το ζήτησε ο πρόεδρος, αλλά μήπως θα ήταν καλύτερα να κατέβει η κόρη σου ή ο γαμπρός σου, που είναι νεότεροι, για να βγάλεις την υποχρέωση;» του λέω. «Τους το είπα, αλλά μου πέταξαν ένα “δεν είμαστε καλά!”».
Κλείσαμε το τηλέφωνο συμφωνώντας «να τα ξαναπούμε» όταν θα ανοίξει το πολιτικό του γραφείο. Αν τον αφήσουν τα εγγόνια και τα παιδιά…
Η ΑΚΙΣ
