Με ζημίες εργάζεται πλέον το 50% των βορειοελλαδικών μεταποιητικών επιχειρήσεων, τη στιγμή που μία χρονιά πριν από την έναρξη της κρίσης το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 16%. Μάλιστα οι προοπτικές για το 2012 εμφανίζονται αρνητικές.
Οπως προκύπτει από μελέτη του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ) που επεξεργάστηκε τους ισολογισμούς 300 επιχειρήσεων-μελών του για το 2011, το περιθώριο καθαρού κέρδους έχει λάβει πλέον αρνητικό πρόσημο, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα του ενοποιημένου ισολογισμού των επιχειρήσεων του δείγματος είναι αρνητικό κατά 115.341 ευρώ έναντι κερδών 2.056.468 ευρώ το 2010. Οι σημαντικότερες αρνητικές μεταβολές σημειώνονται στα καθαρά αποτελέσματα προ φόρων (-106,6%), στα λειτουργικά αποτελέσματα (-35,6%) και στα ίδια κεφάλαια (-11,7%), ενώ αυξήθηκαν και οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις κατά 3,2%.
Το 65% των βορειοελλαδικών επιχειρήσεων έχει δει τον τζίρο του να υποχωρεί, εκ των οποίων το 33,5% βίωσε πτώση από 10% έως 50%. Τον σοβαρότερο αντίκτυπο της κρίσης έχουν αισθανθεί οι επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών μέχρι 10.000.000 ευρώ, αφού περί το 55% είναι ζημιογόνες. Στις ζημίες πέρασαν το 2011, για πρώτη φορά στην πενταετία, και οι επιχειρήσεις με τζίρο από 10.000.000 έως 50.000.000 ευρώ, στο «κόκκινο» βρέθηκαν αυτές με 50.000.000-100.000.000 ευρώ, ενώ οι μεγαλύτερες έδειξαν αντοχή.
Επτά στις 10 επιχειρήσεις από τους κλάδους των δομικών υλικών, του ξύλου και του χαρτιού, εμφανίζουν ζημίες, με πολλές να είναι ένα βήμα πριν από την απόφαση αναστολής λειτουργίας τους. Το πλέον ανησυχητικό όμως είναι ότι μία στις τρεις επιχειρήσεις τροφίμων -ένας κλάδος που μεταποιεί είδη πρώτης ανάγκης και διαχρονικά αποτελούσε πυλώνα ανάπτυξης για τη Βόρεια Ελλάδα-έχει ζημιές.
Συνολικά στην πενταετία 2007-2011, οι 300 επιχειρήσεις είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται κατά 20% και μάλιστα σε σταθερές τιμές του 2009.
Οπως σημειώνει ο ΣΒΒΕ, η ζημιογόνος λειτουργία αποτελεί ευθεία απειλή για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, τις θέσεις εργασίας και την κοινωνική συνοχή στη Βόρεια Ελλάδα. Προτείνει δε να υπάρξουν άμεσα μέτρα προς την πραγματική οικονομία.
Μαρία Μαθιοπούλου

