Οι λήψεις του είναι αδιάψευστα τεκμήρια μιας ολάκερης μουσικής εποχής που συνδέθηκε με την παρουσία αλλά και τη δημιουργία χαρισματικών ποιητών, ταλαντούχων συνθετών και καλλιτεχνών, τα ονόματα των οποίων γράφτηκαν στα χρονικά των ελληνικών θεαμάτων με χρυσά γράμματα. «Κυνηγός» της φευγαλέας στιγμής, ο φωτογράφος Τάκης Πανανίδης, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2010, υπήρξε αδιαμφισβήτητος μάρτυρας κορυφαίων καλλιτεχνικών γεγονότων, αλλά και εκείνος που κατάφερε να «χωρέσει» στα αρνητικά του όλους εκείνους που έμελλαν να αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι όχι μόνο της εποχής τους αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια. Σε αυτή την εποχή (1960-1975), που και ο ίδιος ο φωτορεπόρτερ συνήθιζε να αποκαλεί «θρυλική», είναι αφιερωμένο το πλούσιο φωτογραφικό λεύκωμα, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις Τόπος. Τίτλος αυτού «Αυτόπτης φωτομάρτυρας στην οδό ονείρων» και περιλαμβάνει σπάνιες φωτογραφίες από το αρχείο Τάκη Πανανίδη, τις οποίες σταχυολόγησε ο συγγραφέας Αρης Μαραγκόπουλος.
Στις περίπου 200 σελίδες του λευκώματος δε περιλαμβάνονται αμέτρητες εικόνες του Τάκη Πανανίδη, λήψεις-ντοκουμέντα που αποπνέουν τη νοσταλγική μαγεία του παρελθόντος.
Πώς ξεκίνησαν όλα….
Αρχισε να… περιεργάζεται τον φωτογραφικό φακό από σχετικά μικρή ηλικία. Μαθητής ακόμη, ο Τάκης Πανανίδης ανέλαβε να κάνει όλο το χαμαλίκι στο πατάρι όπου εμφανίζονταν τα φιλμ των «Ηνωμένων φωτορεπόρτερ», προσμένοντας τη στιγμή που τελικά θα μπορούσε να κάνει και το δικό του φωτορεπορτάζ. Η πρώτη του δουλειά του ανατέθηκε όταν τον κάλεσαν να φωτογραφίσει το γλέντι που είχε οργανώσει ο Παναθηναϊκός στο κέντρο «Πιγκάλς» για την κατάκτηση του Κυπέλλου του 1955. «Ξεκίνησα με την αγωνία του πρωτάρη, την καινούργια μηχανή του Φλώρου, με μισό δωδεκάρι φιλμ μέσα και άλλο ολόκληρο για παν ενδεχόμενο» αναφέρει ο ίδιος μέσα από τις σελίδες του λευκώματος. «Αυτούς που δεν γνώριζα και σύντομα θα ανακάλυπτα ήταν οι καλλιτέχνες του κέντρου. Επικεφαλής ήταν ο Μανώλης Χιώτης και τραγουδούσαν ο Τάκης Μπίνης και η Στέλλα Χασκίλ» θα συνεχίσει ο ίδιος, δίχως να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό που του γεννά το μοναδικό παίξιμο του Χιώτη. Ηταν τόση η λαχτάρα του να φωτογραφίσει τον δεξιοτέχνη επί το έργον, που σχεδόν ξέχασε τον σκοπό για τον οποίο είχε φτάσει εκεί: να τραβήξει την κυπελλούχο ομάδα. Φυσικά, η κατσάδα που τον περίμενε, γυρνώντας πίσω στη δουλειά του, ήταν μεγάλη. Ομως, οι φωτογραφίες άρεσαν στον Μανώλη Χιώτη, ο οποίος τελικά τις αγόρασε «επιβραβεύοντας» τον Πανανίδη. Αυτή ήταν γι’ αυτόν η πρώτη επαγγελματική επιτυχία μιας μακράς φωτογραφικής καριέρας…
Χάρη στο ταλέντο του αλλά και τον αυθορμητισμό του κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του παραγωγού και επιχειρηματία Τάκη Λαμπρόπουλου, που είχε αναλάβει το 1958 τη δισκογραφική Columbia, και να γίνει ο επίσημος φωτογράφος της εταιρίας.
Με αυτή τη νέα ιδιότητά του βρέθηκε το 1961 στο κοσμικό κέντρο διασκέδασης Αθηναία, στο Φαληρικό Δέλτα, να απαθανατίσει με τον φακό του όλους τους πρωταγωνιστές του Τρίτου Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, που διοργανωνόταν κατ’ απομίμηση των αντίστοιχων ιταλικών φεστιβάλ.
Εκεί γνώρισε για πρώτη φορά από κοντά τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Εκτοτε δεν έπαψε να παρακολουθεί την πορεία τους και να τους φωτογραφίζει…
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Πανανίδης, ο ποιητής του φακού, ήταν ένας από τους λιγοστούς φωτογράφους στους οποίους ο Μάνος Χατζιδάκις είχε ανοίξει το σπίτι του και είχε ποζάρει για εκείνον. Οι περίφημες λήψεις του συνθέτη μάλιστα στο πιάνο του, οι οποίες έως και σήμερα αναπαράγονται, είναι έργο δικό του.
Η Μαρία Κάλλας
Βέβαια, το φωτογραφικό δαιμόνιό του -ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του «φωτομάρτυρα»- δεν σταμάτησε εκεί. Στο πλούσιο portofolio του συναντάμε μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής, της υποκριτικής αλλά και προσωπικότητες διεθνούς βεληνεκούς. Μεταξύ εκείνων που στήθηκαν απέναντί του, η Μαρία Κάλλας και η Γκρέις του Μονακό, οι οποίες βρέθηκαν τη δεκαετία του ’60 σε κέντρο των Αθηνών για να ακούσουν τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα.
Info: Το λεύκωμα με τίτλο «Αυτόπτης φωτομάρτυρας στην οδό ονείρων», με φωτογραφίες από το Αρχείο Τάκη Πανανίδη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Τον σχεδιασμό, την επιλογή των εικόνων αλλά και των κειμένων έχει κάνει ο Αρης Μαραγκόπουλος.
Ολη την περίοδο 1960-1975 σε πρόβες, μπουάτ και συναυλίες!
Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Μάνος Λοΐζος, η Τζένη Καρέζη, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Δημήτρης Χορν, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μάνος Κατράκης, ο Ελληνας μεγιστάνας Αριστοτέλης Ωνάσης καθώς και δεκάδες ακόμη καλλιτέχνες των γραμμάτων και των τεχνών φιγουράρουν στις φωτογραφίες του δημιουργού για τον οποίο συνήθιζαν να λένε ότι οι εικόνες του δεν μιλούν, αλλά τραγουδούν.
Το παρόν λεύκωμα, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας Αρης Μαραγκόπουλος, που έχει κάνει τη σταχυολόγηση των κειμένων αλλά και των φωτογραφιών, εστιάζει στη φωτογραφική ιστορία της περιόδου 1960-1975, την εποχή όπου κυριολεκτικά άνθησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Ο Πανανίδης, ο μάγος της «φωτογραφίας», κατέγραψε με τον φακό του τις πρόβες των σπουδαίων ερμηνευτών, μπήκε στις ηχοληψίες τους και παρακολούθησε τις συναυλίες τους στις μπουάτ και στα κέντρα διασκεδάσεως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτοί οι λαϊκοί αοιδοί του άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού τους, πόζαραν με χάρη για εκείνον και αφέθηκαν στις καλλιτεχνικές οδηγίες του.
Οπως, για παράδειγμα, ο Νίκος Γούναρης, τον οποίο φωτογράφησε στο σπίτι του ο Τάκης Πανανίδης, τη δεκαετία του ’60, αμέσως μετά την επιστροφή του καλλιτέχνη από μια μεγάλη περιοδεία στην Αμερική. Από τον ερμηνευτή του αξέχαστου «Για μας κελαηδούν τα πουλιά» θα έχει να θυμάται πολλά, ωστόσο εκείνο που έκανε μεγάλη εντύπωση στον φωτογράφο ήταν όταν είχε δει το κουδούνι του το οποίο έγραφε «Νίκος Γούναρης, ο άνθρωπος».
Η παρουσία του και στο «Αξιον Εστί»!
Δικές του ήταν οι μοναδικές λήψεις από την πρώτη παρουσίαση του «Αξιον Εστί» στο θέατρο «Κοτοπούλη» εν έτει 1964. «Η πλατεία, τα θεωρεία και οι δύο εξώστες του θεάτρου ήταν ασφυκτικά γεμάτα, αλλά ούτε ένας επίσημος και ούτε ένας άλλος φωτορεπόρτερ εκτός από τον γράφοντα» αναφέρει ο ίδιος ο φωτογράφος. «Ετσι η καλή μου τύχη με έκανε δημιουργό των μοναδικών, επί τόσα χρόνια, φωτογραφιών της πρώτης του “Αξιον Εστί”…» προσθέτει.
Ακόμη έβαλε την υπογραφή του σε φωτογραφικά μουσικά ενσταντανέ του Στέλιου Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα, της Μελίνας Μερκούρη με τον Σταύρο Ξαρχάκο, του Γιώργου Ζαμπέτα με τη Βίκυ Μοσχολιού αλλά και ετερόκλητες συναντήσεις, όπως του Μάνου Χατζιδάκι με τον Αριστοτέλη Ωνάση αλλά και της Αλίκης Βουγιουκλάκη με την Τζένη Καρέζη, καθώς και σε εκατοντάδες άλλες στιγμές των ελληνικών θεαμάτων, που πέρασαν στη σφαίρα της «αθανασίας» χάρη στον φακό του.
Γιώτα Βαζούρα

