Μέχρι και ολική διαγραφή των τραπεζικών τους δανείων που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν πετυχαίνουν οι υπερχρεωμένοι δανειολήπτες προσφεύγοντας στον νόμο Κατσέλη (3869/2010), σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ.
Ειδικότερα, σε περίπτωση 43χρονου ελεύθερου επαγγελματία, διαζευγμένου, με ανήλικο τέκνο και μέσο μηναίο εισόδημα 600 ευρώ, το Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου αποφάσισε ολική διαγραφή χρέους, αφού από τη μία προστατεύει την κύρια κατοικία του (αντικειμενικής αξίας 43.360 ευρώ), χωρίς υποχρέωση καταβολής χρημάτων, και από την άλλη ορίζει μηδενικές καταβολές για τη ρύθμιση των οφειλών του. Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με το δικαστήριο, επιβάλλεται εν όψει της αποδεδειγμένης αδυναμίας του αιτούντος να επιβιώσει με τα πενιχρά έσοδα που λαμβάνει, σε συνδυασμό με τον σκοπό της επανένταξης του στην οικονομική – κοινωνική ζωή. Ο αιτών είχε στην κυριότητά του ποσοστά από μία μονοκατοικία κι ένα οικόπεδο, τα οποία επίσης προστατεύονται. Το δε κόστος μηνιαίας διαβίωσης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης διατροφής του ανήλικου τέκνου του (300 ευρώ), κρίθηκε στα 900 ευρώ.
Στη δεύτερη περίπτωση (Ειρηνοδικείο Νεμέας) ο αιτών είναι 57 ετών, έγγαμος με τρία ενήλικα τέκνα (δύο εκ των οποίων άνεργα), αγρότης, με μέσο μηνιαίο εισόδημα 764,40 ευρώ. Οι συνολικές οφειλές ανέρχονταν σε 366.238,22 ευρώ. Το δικαστήριο προστάτευσε την κύρια κατοικία (αξίας 91.800 ευρώ) και τα 12 αγροτεμάχια (συνολικής αξίας 53.350 ευρώ) που καλλιεργούσε, ώστε να εξασφαλίσει τη διαβίωση της οικογενείας του, και διέγραψε 285.590,30 ευρώ (78% του χρέους). Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης κρίθηκε στα 800 ευρώ.
Σημαντικές είναι, επίσης, δύο αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου που αφορούν ζευγάρι συνταξιούχων 69 και 62 ετών, με τρία ενήλικα τέκνα (δύο φοιτητές, εκ των οποίων ο ένας σπουδάζει στο εξωτερικό), με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 2.645 ευρώ. Οι συνολικές οφειλές ανέρχονταν σε 465.210,75 ευρώ. Το δικαστήριο διέγραψε περίπου το 55% του χρέους και το ζευγάρι θα καταβάλει 210.701,35 ευρώ. Το κόστος μηνιαίας διαβίωσης ορίστηκε στα 1.645 ευρώ, ενώ επιβλήθηκε στον αιτούντα να καταβάλει στην τράπεζα το ποσό των 20.000 ευρώ, που αποτελεί το ήμισυ από το εφάπαξ που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή του.
Ξανθή Γούναρη


