Χωρίς το θέμα του συμφώνου συμβίωσης και προβλέποντας αυστηρές τιμωρίες για την άρνηση του Ολοκαυτώματος, τις ρατσιστικές επιθέσεις και τις επιθέσεις στους ομοφυλόφιλους, η κυβέρνηση φέρνει στις 26 Αυγούστου στη Βουλή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Πρόκειται για ένα ζήτημα που επί ενάμιση χρόνο βρισκόταν σε εκκρεμότητα και πλέον, όπως συμφώνησαν Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, αποφασίστηκε να βγει από τον «πάγο». Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος φέρεται ότι συνέκλιναν στην άποψη ότι πρέπει να κλείσει αυτό το ζήτημα. Αναφορικά με τις γενοκτονίες, θα αναφέρονται στο νομοσχέδιο, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιείται καμία εξ αυτών. Ωστόσο, θα ορίζεται ότι η παραβατική συμπεριφορά όσων τις αρνούνται θα πρέπει να συνδέεται με την υποκίνηση βίας ή μίσους. Δηλαδή, εφόσον εκφράζεται προσωπική άποψη, σύμφωνα με τον νομοθέτη, δεν θα υπάρχει ποινικοποίηση.
Με το νομοσχέδιο θα εισάγονται νέες ρυθμίσεις, όπως η νομική προστασία των ομοφυλόφιλων ως θύματα ρατσιστικής βίας. Επίσης, θα προβλέπεται ρητά «η ποινική προστασία του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλλου προσώπου ή ομάδων προσώπων από την εις βάρος τους υποκίνηση βίας ή μίσους». Παράλληλα, δεν θα υπάρχει ένα αυτοτελές σχέδιο το οποίο θα αντιμετωπίζει τις εκδηλώσεις ρατσισμού ως ιδιώνυμο, αλλά θα τροποποιούνται και θα ενισχύονται υφιστάμενες διατάξεις. Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει στην τελική μορφή του νομοσχεδίου να υπάρχει, σε περίπτωση ρατσιστικής επίθεσης, η πρόβλεψη για τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για όλα τα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, καθώς και η απαλλαγή των θυμάτων από την καταβολή παράβολων μήνυσης και πολιτικής αγωγής.
«Παρά τις ταλαντεύσεις, παλινωδίες και υπαναχωρήσεις, επιτέλους έρχεται το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο στη Βουλή» αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Δημοκρατική Αριστερά, ενώ με ανάρτησή του στο twitter, ο ανεξάρτητος βουλευτής Νικήτας Κακλαμάνης τονίζει: «Μη διανοηθεί η κυβέρνηση να εξαιρέσει τις γενοκτονίες που αναγνώρισε η Βουλή (Ελλήνων, Ποντίων, Αρμενίων), από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Πρέπει τα μέλη της κυβέρνησης να καταλάβουν πως όλα έχουν και ένα όριο».


