Πως οι εμπειρικοί γιατροί της επανάστασης ανακάλυψαν την θεραπεία των καταγμάτων και την «πενικιλίνη» έναν αιώνα πριν από τον Φλέμιγκ
{Από το περιοδικό «δ» που κυκλοφορεί με την «κυριακάτικη δημοκρατία»}
Εναν αιώνα πριν ανακαλυφθεί η πενικιλίνη από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ και 30 χρόνια πριν μάθουν οι πτυχιούχοι γιατροί της Ιταλίας και της Βαυαρίας να δένουν τα κατάγματα με γύψινους επιδέσμους, οι Ελληνες πρακτικοί γιατροί της Επανάστασης του 1821 φαίνεται πως είχαν ήδη τη γνώση. Ετσι ακριβώς, με τα θαυματουργά φάρμακα του Ιπποκράτη, που πέρασαν από γενιά σε γενιά και έφτασαν έως τον 19ο αιώνα, κατάφεραν να σώσουν χιλιάδες ζωές αγωνιστών, στη χώρα που σήκωνε το ανάστημά της ύστερα από 400 χρόνια τουρκικής σκλαβιάς. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες αγωνιστές, που πολεμούσαν τις στρατιές των Τούρκων του Δράμαλη και του Ιμπραήμ, έζησαν χάρη στη χρήση της… αντιβίωσης, της ασηψίας αλλά και της ακινησίας των καταγμάτων, γλιτώνοντας από τον ακρωτηριασμό, που τότε ήταν η μοναδική επιλογή στα συντριπτικά κατάγματα που προκαλούσαν τα γιαταγάνια, τα χαντζάρια και τα τουφέκια του εχθρού.
Τα φάρμακα των εμπειρικών γιατρών της Επανάστασης του 1821 δεν ήταν πολλά, ήταν όμως… θαυματουργά. Κρασί, ρακή, ξίδι, ρετσίνι, αβγά, λάδι, μούχλα, θεραπευτικά βότανα, όπως το σαρκόχορτο, και ρυπαρό μαλλί από αρνί ήταν τα «όπλα» στη φαρέτρα των γιατρών, που στα χέρια είχαν το σπαθί και στην πλάτη κουβαλούσαν την τσάντα με τα «γιατρικά».
Το βιβλίο
Στο βιβλίο του μαιευτήρα – γυναικολόγου και συγγραφέα Λάζαρου Ε. Βλαδίμηρου «Γιατροί και Ιατρική στην Επανάσταση του 1821» ο αναγνώστης μαθαίνει για πρώτη φορά για τους «τζηράχηδες», τους εμπειρικούς γιατρούς και χειρουργούς, της Επανάστασης, που γνώριζαν πατροπαράδοτα και εφάρμοζαν συστηματικά τρεις βασικές ιατρικές ενέργειες, οι οποίες ήταν άγνωστες στις ιατρικές σχολές της Ευρώπης του 1821.
«Η ασηψία και αντισηψία, η αντιβίωση και η ακινησία των καταγμάτων ήταν παντελώς άγνωστες στα ξένα πανεπιστήμια και αυτό επειδή η ιατρική εκείνη την εποχή ήταν μια θεωρητική επιστήμη που τη δίδασκαν μαζί με τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά στους εύπορους νέους» λέει στη «δημοκρατία» ο συγγραφέας του βιβλίου Λάζαρος Βλαδίμηρος, ο οποίος για 30 χρόνια συγκέντρωνε το υλικό από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας της Βουλής, που είναι 21 τόμοι: «Εγραψα αυτό το βιβλίο γιατί η Ιστορία δεν αναγνώρισε τη μεγάλη συνεισφορά των εμπειρικών γιατρών και χειρουργών του Αγώνα, που έσωσαν χιλιάδες ζωές γιατί εφάρμοζαν σωτήριες ιατρικές μεθόδους που ήταν άγνωστες για την εποχή εκείνη στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια». Ενδεικτικό της μεγάλη αποδοχής και του σεβασμού που είχαν οι εμπειρικοί γιατροί ήταν η εντολή του Καραΐσκάκη όταν τραυματίστηκε στη μάχη στο Φάληρο: «Φέρε μου ένα χειρουργό, αλλά σε παρακαλώ, όχι Φράγκο».

Η αρχή της ασηψίας και αντισηψίας άρχισε να εφαρμόζεται στην Ευρώπη από το 1867, μετά τις κλινικές μελέτες του Γιόζεφ Λίστερ, ενώ η χρήση αντιβιοτικών έγινε το 1927 ύστερα από τις έρευνες για την πενικιλίνη του Αγγλου Αλεξάντερ Φλέμινγκ, δηλαδή έναν ολόκληρο αιώνα μετά την Επανάσταση του 1821! Οσο για τα κατάγματα, αντιμετωπίστηκαν με τη μέθοδο της ακινησίας το 1851 από τον Ολλανδό στρατιωτικό γιατρό Αντόνιο Μάτισεν, που εισήγαγε στην ιατρική τη χρήση του γύψινου επιδέσμου. ως τότε η αντίληψη που επικρατούσε για την αντιμετώπιση των σπασιμάτων ήταν ο ακρωτηριασμός. Στην Ελλάδα, όμως, οι εμπειρικοί γιατροί της Επανάστασης χρησιμοποιούσαν αντισηπτικές ουσίες στα τραύματα, δηλαδή το οινόπνευμα σε όλες του τις μορφές, όπως κρασί, ξίδι, ρακή αλλά και ρετσίνι. Επίσης, χρησιμοποιούσαν τη μούχλα, που μπορεί να μη γνώριζαν ότι ήταν αντιβιοτικό, όμως ήξεραν τις θεραπευτικές ιδιότητές της. Ετσι τη μάζευαν από μουχλιασμένους τοίχους που δεν τους έβλεπε ο ήλιος είτε άφηναν φέτες ψωμιού ή μήλου να μουχλιάσουν και τις έβαζαν πάνω σε σοβαρά μολυσμένα τραύματα ή τη διέλυαν σε υγρό και την έδιναν ως πόσιμη. Οι κλέφτες στα βουνά γνώριζαν για το μουχλιασμένο ψωμί και το έβαζαν πάνω στις μεγάλες πληγές.
Χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες για να θρέψουν τα τραύματα του Μάρκου Μπότσαρη και του Δημήτρη Πλαπούτα, που συνήθως τα άφηναν ανοιχτά, πίεζαν το πύον για να φύγει και τα έπλεναν καθημερινά με κρασί ή ρακή. Σε περιπτώσεις που υπήρχε αιμορραγία από τρώση μεγάλου αιμοφόρου αγγείου έκαναν καυτηριασμό του αγγείου με πυρωμένο σίδερο και δεν έραβαν το τραύμα. Η μοναδική περίπτωση συρραφής τραύματος ήταν το 1821, όταν ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης σε μια ναυτική επιχείρηση τραυματίστηκε στο πρόσωπο και ο εμπειρικός χειρουργός Θεόδωρος Κωστάκης τον έραψε για να αποφύγει τη δυσμορφία στο πρόσωπο.
Υπάρχει ένας μύθος ότι έραβαν τα τραύματα με κεφάλια μερμηγκιών, όμως αυτό δεν αποδεικνύεται από κανένα ιστορικό έγγραφο. Εβαζαν, δηλαδή, να δαγκώσουν την πληγή μερμήγκια και αμέσως τους έκοβαν το κεφάλι, όμως πρόκειται για… παραπληροφόρηση της εποχής, όπως λέει ο συγγραφέας. Πολλές φορές στα τραύματα με μεγάλο βάθος και έκταση έβαζαν πανιά ποτισμένα με τις βασικές αλοιφές. Αυτά τα πανιά ήταν κομμάτια λινού υφάσματος που το ονόμαζαν «ξαντού», κάτι αντίστοιχο με το σημερινό βαμβάκι. Καθημερινά το άλλαζαν, έπλεναν το τραύμα με οινόπνευμα, πίεζαν να φύγει το πύον και έβαζαν καθαρό πανί, ποτισμένο με αλοιφή.
Εκείνη την εποχή οι ακρωτηριασμοί των Τούρκων αλλά και των Ελλήνων, που τραυματίζονταν στις μάχες, ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ενδεικτικοί είναι οι πίνακες του Δημήτρη Υψηλάντη, που τον απεικονίζουν με ένα χέρι, αλλά και του Αγγλου ναυάρχου Νέλσον, που είχε ακρωτηριασμένο χέρι. Ομως οι ακρωτηριασμοί που υπέστησαν οι Ελληνες ήταν πολύ λιγότεροι, επειδή οι εμπειρικοί γιατροί ακινητοποιούσαν το κάταγμα. Εδώ, όπως εξηγεί ο συγγραφέας Λάζαρος Βλαδίμηρος, οι μάχες γίνονταν στήθος με στήθος, με σπαθιά και γιαταγάνια που έφταναν ως το κόκκαλο. Οι Ελληνες εμπειρικοί γιατροί όμως αντί να ακρωτηριάσουν τα άκρα, εφάρμοζαν μεθόδους ακινησίας. Μία από αυτές ήταν το ανακόλλι ή κόλλα, μπλάστρι ή τσάπα, όπως το έλεγαν σε διάφορες περιοχές της χώρας. Τα βασικά υλικά ήταν το αβγό, το λάδι, η ρακή, με προσθήκη σαπουνιού, μαστίχας, λιβανιού μαζί με τριμμένο κεραμίδι ή μάρμαρο. Αυτό το μείγμα το έβαζαν πάνω σε μαλλιά προβάτου, βρόμικα, «ρυπαρά με πίνο» (δηλαδή η λιπώδης ακαθαρσία στο τρίχωμα του προβάτου), και το άπλωναν στο χέρι ή στο πόδι που είχε σπάσει. Προφανώς το βρόμικο μαλλί είχε επουλωτικές ιδιότητες γι’ αυτό και το χρησιμοποιούσαν.
Λάδι και αυγό για τα εγκαύματα
Οι γιατροί έκαναν μια επουλωτική αλοιφή για τα τραύματα και τα εγκαύματα με λάδι και αβγό. Η χρήση του αβγού ως βασικού υλικού της αλοιφής έγινε αντικείμενο παρατήρησης και από τους ξένους που έλαβαν μέρος στον Αγώνα και εντυπωσιάστηκαν από την παράξενη θεραπευτική που εφάρμοζαν οι εμπειρικοί γιατροί. Μετά την καταστροφή της Χίου, το 1822, όταν ο Στόλος προσπαθούσε να σώσει τους εναπομείναντες κατοίκους του νησιού, ένας ξένος εθελοντής είδε μέσα σ’ ένα καράβι δυο παιδιά, βαριά τραυματισμένα στο κεφάλι από τα γιαταγάνια των Τούρκων, και έγραψε: «Χειρουργός δεν υπήρχε στο καράβι και ανέλαβε ένας κουρέας. Εσπασε ένα αυγό, έριξε το ασπράδι σε μια φούχτα λιναρόσπορο και τύλιξε με την αλοιφή το κεφάλι του αγοριού και έγινε καλά, το κορίτσι όμως πέθανε». Το λεύκωμα του αβγού είναι εξαιρετικά επουλωτικό συστατικό και μαζί με το λάδι από τον λιναρόσπορο ή ελαιόλαδο μπορεί να γιατρέψουν πληγές.
Κηραλοιφή στα… οπίσθια του Καραϊσκάκη
Μια άλλη αλοιφή ήταν η κηραλοιφή, γιατί χρησιμοποιούσαν κερί. Το μείγμα αποτελείται από αβγά, λάδι, κερί και οινόπνευμα (κρασί, ξίδι, ρακή) ή ρετσίνι. Η κηραλοιφή δεν ήταν άλλο από το αρχαίο έμπλαστρον της ελληνικής ιατρικής ή το «κηρωτόν έμπλαστρον» των ιπποκρατικών κειμένων. Η γνωστή ιταλική λέξη τσιρότο είναι, μάλιστα, αντιδάνειο από την αρχαία ιπποκρατική λέξη «κηρωτόν». Οπως σημειώνεται στο βιβλίο, με αυτές τις μεθόδους αντιμετώπιζαν τις πληγές στα μαλάκα μόρια, όπου δεν υπήρχαν κατάγματα, όπως στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, που τραυματίστηκε στον πισινό, στη μάχη στο Κομπότι της Αρτας, τον Ιούνιο του 1821. Ο Καραϊσκάκης όταν είδε να υποχωρούν οι Τούρκοι, ενθουσιασμένος τους γύρισε την πλάτη, σήκωσε τη φουστανέλα και τους έδειξε τα οπίσθιά του! Ενας Τούρκος όμως τον είδε και έριξε… στο ψαχνό. Δυο μήνες έκανε να γιάνει το τραύμα, που ήταν πολύ σοβαρό.
Μοναστήρια-νοσοκομεία
Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα μοναστήρια εκείνη την εποχή, όπου υπήρχαν καλόγεροι εμπειρικοί γιατροί που θεράπευαν τους τραυματισμένους Ελληνες αγωνιστές. Το γεγονός ότι τα περισσότερα ήταν… «αετοφωλιές» έδινε τον χρόνο στους τραυματίες να αποθεραπευτούν αφού δεν κινδύνευαν από τους Τούρκους. Ετσι, πολύ συχνά μετέφεραν τους τραυματισμένους στα νοσοκομεία-μοναστήρια για να γίνουν καλά, όπως στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Καστριού στον Ταΰγετο, όπου υπήρχε ειδικό συνταγολόγιο με βότανα όπως το σαρκόχορτο, που έθρεφε γρήγορα τις πληγές, ή το χιλιόφυλλο, όπως το ονομάζει ο Διοσκουρίδης, ένα φυτό που σταματά την αιμορραγία. Τους μετέφεραν επίσης στη Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας, στη Μονή Προδρόμου Δημητσάνας Αρκαδίας, στη Μονή Θεοτόκου Νεμέας (Παναγιά του Βράχου) και στη Μονή Προυσού Ευρυτανίας, όπου νοσηλεύτηκε ο Καραϊσκάκης με πνευμονική φυματίωση. Διάσημο μοναστήρι που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο ήταν επίσης η Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα, όπου ο ηγούμενος και περίφημος εμπειρικός γιατρός Γρηγόριος, μετά τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία, τη μετέτρεψε σε μόνιμο νοσοκομείο, που δεχόταν τραυματίες από όλα σχεδόν τα μέτωπα του Αγώνα. Η Μονή Προφήτου Ηλία Χρισσού Φωκίδας, που ήταν ορμητήριο – στρατηγείο και νοσοκομείο για τους αγωνιστές της Φωκίδας. Τη Μονή Κάτω Αγίου Γεωργίου Αργους, που ο ηγούμενος και εμπειρικός γιατρός Δανιήλ την είχε κάνει απόρθητη, αλλά και τη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων Αχαΐας δεν κατάφεραν να τις κυριεύσουν ποτέ οι δυνάμεις του Ιμπραήμ.
Ρίτα Μελά


