Απαιτούν την ολική κατάργηση επιδομάτων και τριετιών
Ψαλίδισμα στον κατώτατο μισθό, με κατάργηση των επιδομάτων και των τριετιών, αλλά και περαιτέρω απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, είναι οι βασικές απαιτήσεις των δανειστών για τις αλλαγές στα εργασιακά, που αποτελούν το κυρίως «μενού» της β’ φάσης της αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, το φθινόπωρο. Παράλληλα, πιέσεις αναμένεται να ασκηθούν και για αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο, κυρίως στον τρόπο προκήρυξης των απεργιών, έτσι ώστε στο μέλλον να πραγματοποιούνται μόνο αν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του 50% +1 των μελών ενός κλάδου και όχι με απλή πλειοψηφία ενός Δ.Σ., όπως συμβαίνει σήμερα.
Αντικίνητρο
Στο σκέλος του κατώτατου μισθού, οι δανειστές θεωρούν ότι ο μέσος μισθός στην Ελλάδα κινείται στα επίπεδα των 650-700 ευρώ τον μήνα, όταν το 2009 ήταν στα 1.000 ευρώ. Με δεδομένο όμως ότι ο κατώτατος μισθός από το 2012 και μετά θεσμοθετήθηκε στα 586 ευρώ μεικτές αποδοχές και για νέους έως 25 ετών στα 510 ευρώ, οι θεσμοί πιστεύουν ότι η μικρή διαφορά που υπάρχει σε σχέση με τον μέσο μισθό λειτουργεί ως αντικίνητρο για την απασχόληση. Αρα, εάν καταργηθεί το σκέλος των τριετιών και των επιδομάτων, που αυξάνουν ακόμα περισσότερο τις κατώτατες αποδοχές, τότε αυτό το αντικίνητρο περιορίζεται…
Για τις ομαδικές απολύσεις, οι πιέσεις που ασκεί το ΔΝΤ εστιάζονται στο να υπάρξει πλήρης απελευθέρωση της διαδικασίας. Οι εκπρόσωποι της Ε.Ε. περιορίζονται στο να ζητούν την εφαρμογή στην Ελλάδα των «βέλτιστων πρακτικών» που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο. Το ζήτημα ανακινήθηκε ύστερα από πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα του δικαστηρίου της Ε.Ε., ο οποίος υποστήριξε ότι η ελληνική νομοθεσία δεν έχει εναρμονιστεί με την κοινοτική ως προς το θέμα των ομαδικών απολύσεων. Βασικό πεδίο διαφωνίας είναι το να πάψει να έχει ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας το δικαίωμα σε «βέτο» έναντι οποιασδήποτε πρότασης των ομαδικών απολύσεων. Ουσιαστικά, ζητείται οι ομαδικές απολύσεις να προκύπτουν ύστερα από έγκριση της σχετικής διεύθυνσης του υπουργείου Εργασίας, αφού θα λαμβάνονται υπόψη οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική οικονομία και η κατάσταση της επιχείρησης.


