Το άλλοτε κοσμικό προάστιο με τη μεγάλη ιστορία και η μετατροπή του σε «γκέτο» των συμμοριών αλλά και των αναρχικών
Διαβάστε επίσης:
■ Από τον Εκδότη, Ι.Ν. Φιλιππάκη
Οι «άγγελοι» έγιναν ιερείς της νέας διαπλοκής!
■ Εξάρχεια: Το κράτος του χάους
Τα Εξάρχεια, διαβάζουμε στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, του 1929, «είναι τοποθεσία των Αθηνών εν τη συνοικία της Νεαπόλεως, περί τα σημεία και την μικράν πλατείαν ένθα συναντάται η οδός Θεμιστοκλέους μετά των οδών Στουρνάρα, Σολωμού, Αραχώβης, Βαλτετσίου και Μεταξά». Η σημερινή ονομασία της περιοχής οφείλεται στον Ηπειρώτη έμπορο Βασίλειο Εξαρχο, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα άνοιξε στη συμβολή των οδών Θεμιστοκλέους και Σόλωνος το πρώτο μπακάλικο της νέας συνοικίας. Στα χρόνια της απελευθέρωσης αλλά και κατά τη Βαυαροκρατία η περιοχή ήταν γνωστή ως Προάστιον και σε αυτή κατοικούσαν εσωτερικοί μετανάστες που εργάστηκαν για την ανοικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας. Μάλιστα, πολλά από τα ονόματα των οδών που τα συναντάμε μέχρι τις μέρες μας δόθηκαν την περίοδο εκείνη για να τιμήσουν προσωπικότητες του Αγώνα ή ηρωικές μάχες και ναυμαχίες (Τζαβέλλα, Ναυαρίνου, Δερβενίων κ.ά.).
Ενα άλλο, λιγότερο επίσημο αλλά εξίσου διαδεδομένο όνομα της περιοχής ήταν Πιθαράδικα. Αυτό οφείλεται στην υπαίθρια αγορά πιθαριών που κάλυπτε τις ανάγκες των πρώτων Αθηναίων. Η αγορά δημιουργήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο λόγω της εγγύτητάς του με το λατομείο Πινακώτα που βρισκόταν επί Τουρκοκρατίας στον λόγο του Στρέφη. Ομως και ο λόφος έλκει την ονομασία του από παλιά οικογένεια της πόλης.
Η οικογένεια Στρέφη
Η οικογένεια Στρέφη είχε στην ιδιοκτησία της τον λόφο που παρήγε τις πρώτες ύλες για την κατασκευή των πήλινων αγγείων. Ο λόφος, ωστόσο, απαλλοτριώθηκε το 1928 και το 1936 το κράτος προχώρησε στην ανάπλαση και τη δενδροφύτευση του. Η περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών το 1865.

Με το Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο να βρίσκονται στα όρια της νέας συνοικίας, γρήγορα συνέρρευσαν σε αυτήν άνθρωποι του πνεύματος. Τον 20ό αιώνα Βενέζης, Γύζης, Τσαλδάρης, Λαπαθιώτης, Βέμπο, Παξινού, Φρέντυ Γερμανός και πολλοί άλλοι μετακομίζουν σε διαμερίσματα, μονοκατοικίες και νεοκλασικά πέριξ της πλατείας. Μαζί με αυτούς «εγκαταστάθηκε» στα Εξάρχεια και η αμφισβήτηση προς την εξουσία.
Ηδη το 1859 ξέσπασαν τα Σκιαδικά, με επίκεντρο τα Εξάρχεια και το Πεδίον του Αρεως, ενώ και το 1901 οι εξεγερμένοι φοιτητές που αντιτέθηκαν στη μετάφραση του ευαγγελίου στη δημοτική είχαν ως ορμητήριό τους τα στενά δρομάκια της συνοικίας.
Σαράντα ένα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1942, οι φοιτητές ξεσπούν κατά των κατακτητών. Στην οδό Ζαΐμη ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης θα γίνει ο πρώτος «μάρτυρας» αυτού του αγώνα, όταν, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, ένα τζιπ της Καραμπινερίας τον τραυματίζει θανάσιμα. Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά του ’44, η εξέγερση του Πολυτεχνείου το ’73 και πολλές ακόμη ταραχώδεις ημέρες (Χημείο 1979, δολοφονία Καλτεζά και κατάληψη Πολυτεχνείου το 1985 κ.ά.).
Ηταν περίοδος κατά την οποία την καλλιτεχνική αύρα και την «πολιτική ασυλία» των Εξαρχείων άρχισαν να εκμεταλλεύονται άλλοι «κύκλοι», με συνέπεια να κορυφωθεί το «νταραβέρι» των ναρκωτικών ουσιών, που συνοδεύτηκε από νέα άνθηση της εμπορικής δραστηριότητας στην περιοχή (καφέ, μπαρ κ.λπ.). Και ενώ όλα έδειχναν να κυλούν κανονικά στην… ακανόνιστη περιοχή των Εξαρχείων, ήρθαν ο «μαύρος» Δεκέμβρης του 2008 και η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Τα σφοδρά και πολυήμερα επεισόδια που ακολούθησαν προσέλκυσαν πολλούς -ήδη οργισμένους- νεολαίους, οι οποίοι έμελλε να σχηματίσουν τον νέο «πυρήνα» των Εξαρχείων. Οι παραστάσεις βίας που είχαν οι νέοι «κάτοικοι» των Εξαρχείων ήταν και το δόγμα που θα επικρατούσε τα προσεχή χρόνια, το οποίο, μεταξύ άλλων, έφερε τις διαρκείς επιθέσεις – ακόμη και σε αστυνομικούς της Τροχαίας ή και κατά πιο φιλήσυχων… αντιεξουσιαστών. Την ίδια στιγμή, ο «εναλλακτισμός» της περιοχής και η πληθώρα των μπαρ αποτέλεσε την καλύτερη ευκαιρία για την εδραίωση δικτύων διακίνησης ναρκωτικών, τα οποία έως σήμερα δρουν σχεδόν ανεξέλεγκτα και με την ανοχή του κράτους.
Το πιο παριζιάνικο σημείο της πόλης
Το βλέμμα των ξένων φίλων λειτουργούσε πάντα σαν καλειδοσκόπιο για τον τρόπο με τον οποίο «ζούσα» στα Εξάρχεια. Για όσο ήμουν μόνιμη κάτοικος αλλά και για όσο -πολύ περισσότερο- ήμουν κι εγώ περαστική. Οι Γάλλοι ένιωθαν σαν να γυρίζουν σπίτι κάθε φορά που πάταγαν τη Βαλτετσίου ή τη Δερβενίων, εκεί όπου οι κλοσάρ συνυπήρχαν με τους φοιτητές που κάθονταν καταγής έξω από μπιστρό και καφέ. Ελεγαν πως είναι το πιο παριζιάνικο σημείο της πόλης, ίσως γιατί -όσο έπεφτε η νύχτα στην πλατεία- κανείς δεν ξεχώριζε τους αστούς από τα φρικιά, τους ταξιδιώτες από τους πρόσφυγες.
Κι όσο χανόμουν στα δρομάκια -μέσα σε βιβλιοπωλεία και παλαιοπωλεία- τόσο το δικό μου Παρίσι «εισχωρούσε» μέσα στην πολυπολιτισμική Θεμιστοκλέους και στην Καλλιδρομίου του Νικόλα Ασιμου. Ακόμα κι όταν ανακατώνονταν οι μυρωδιές των πεταμένων σκουπιδιών με τους καμένους κάδους. Ακόμα και όταν το «άβατο των Εξαρχείων» δεν λειτουργούσε υπέρ μας. Ιδίως τότε, γιατί ήταν σαν να κατοικούσα σε γαλατικό χωριό, που γινόταν ολόκληρο συχνά πυκνά μια πολύχρωμη έδρα δράσεων αλληλεγγύης.
Κάπου κάπου τα ανηφορικά πλακόστρωτα της γειτονιάς με ταξίδευαν στην Ανεξάρτητη Δημοκρατία του Ούζουπις στο Βίλνιους, μια «άλλη» πόλη μέσα στην πόλη, που εφαρμόζει το δικό της Σύνταγμα και τους δικούς της νόμους. Το άλλο άβατο της Ευρώπης, γνωστό και ως «Μονμάρτρη της λιθουανικής πρωτεύουσας», που κινείται ως εκκρεμές κι αυτό ανάμεσα στις τέχνες και στην παρακμή. Με τον δικό του κώδικα τιμής. Η μοναδική διαφορά είναι πως το Ούζουπις -τα «λιθουανικά Εξάρχεια»- βρέχεται από τον ποταμό Βίλνα.
Αυτό λείπει από την πιο πλουραλιστική αθηναϊκή γειτονιά: Ενα ποτάμι… Τα Εξάρχεια έχουν όμως τον λόφο του Στρέφη, με τις μουσικές του Εξωστρεφούς, τις νοσταλγικές αυλές -χωνευτήρια κάθε διαφορετικότητας- και τα θερινά τα σινεμά…
Δήμητρα Αθανασοπούλου
Απελπίστηκε και ο ιδιοκτήτης του διάσημου καφέ Floral
Ελάχιστοι είναι αυτοί που σήμερα μπορούν να διεκδικήσουν τον τίτλο του αυθεντικού Εξαρχειώτη· αυτού που έζησε τη συνοικία από τη μεταμόρφωσή της από κυψέλη αστών και μεσοαστών, προσωπικοτήτων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημάδεψαν την πορεία της χώρας, σε «ζυμωτήριο» πολιτικών ιδεών και εν τέλει σε μια γειτονιά που στην αυγή του 21ου αιώνα ψάχνει για πρώτη φορά την ταυτότητά της.
Από τους πλέον κατατοπισμένους γνώστες της πραγματικότητας των Εξαρχείων είναι ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης του ιστορικού Floral Γιώργος Θαλασσινός. Το θρυλικό καφέ μπαρ -με τις χιλιάδες συναυλίες, βραδιές ποίησης, παρουσιάσεις βιβλίων και κάθε είδους εκδήλωση πέρα από τα ειωθότα της αθηναϊκής νύχτας- έχει συνδέσει το όνομά του με την πλατεία Εξαρχείων από το 1933. Το ίδιο και η μπλε πολυκατοικία του αρχιτέκτονα Κυριάκου Παναγιωτάκου, που στο ισόγειό της φιλοξενούσε το Floral.
Στις 27 Ιουνίου, ωστόσο, ανακοινώθηκε ότι το Floral «βάζει λουκέτο». Ο κ. Θαλασσινός υποστήριξε ότι ο ένας λόγος ήταν οι αυξημένες απαιτήσεις των ιδιοκτητών του ακινήτου. Ο δεύτερος; «Είχα πει ότι το περιβάλλον ήταν εχθρικό προς το υγιές επιχειρείν. Αν είχα συγκεκριμένα στοιχεία, θα τα προσκόμιζα στον εισαγγελέα» λέει με νόημα στην «κυριακάτικη δημοκρατία».
«Τα σπίτια ήταν ανοίχτα»
Ως νέος, εργαζόμενος, πατέρας και εσχάτως ως επιχειρηματίας έχει βιώσει την πορεία της πλέον αντικομφορμιστικής γειτονιάς της πόλης από την πνευματική ακμή της δεκαετίας του ’60 ως τη σημερινή παρακμή. «Πιτσιρικάδες παίζαμε στην πλατεία. Παρέες γλεντούσαν στα μαγαζιά και τα σπίτια ήταν όμορφα και ανοιχτά» θυμάται ο κ. Θαλασσινός και προσθέτει ότι σήμερα «αν είσαι γονιός στα Εξάρχεια, πρέπει να κλείσεις το παιδί στο διαμέρισμα. Αν πάλι είναι σε μεγαλύτερη ηλικία, πρέπει να έχεις συνέχεια τον νου σου τι πίνει, τι καπνίζει, ποιους συναναστρέφεται».
Τα πολιτικά κινήματα, υπογραμμίζει, δεν έχουν λείψει από την περιοχή, ωστόσο, η δράση εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου δεν τους αφήνει χώρο δράσης. «Η παράνομη διακίνηση τσιγάρων, ναρκωτικών και ανθρώπων καθώς και το ένοπλο έγκλημα επισκιάζουν πια τα πάντα» συμπληρώνει. Ποια είναι όμως η στάση των τοπικών… αρχόντων και της Πολιτείας απέναντι στα προβλήματα της περιοχής; «Για την Αυτοδιοίκηση είναι σαφές ότι τα Εξάρχεια αποτελούν μαύρη τρύπα! Δεν έχει γίνει ποτέ η παραμικρή βελτιωτική παρέμβαση! Από την άλλη, το κράτος διαχρονικά ενθάρρυνε τις παράνομες δραστηριότητες και ξαφνικά σήμερα, που το πρόβλημα έχει γίνει ανεξέλεγκτο, το παίζουν επαρχιώτες. Πάντως το ότι πηγαίνεις στο αστυνομικό τμήμα για μια καταγγελία και την επόμενη ημέρα το μαγαζί σου είναι σπασμένο μαρτυρεί πολλά για το πώς λειτουργούν πια τα πράγματα στα Εξάρχεια» εξηγεί.
Ζοφερή περιγράφει την επικρατούσα κατάσταση στην πάλαι ποτέ αγαπημένη γειτονιά των διανοουμένων και ο συγγραφέας, πρώην ιδιοκτήτης του -επίσης- θρυλικού Decadence -στην παλιά κατοικία του αντιβασιλέα Ζωιτάκη- στον λόφο του Στρέφη, Νίκος Λακόπουλος: «Ζω στα Εξάρχεια τα τελευταία 35 χρόνια. Το νέο Decadence άνοιξε το 1978. Θυμάμαι τα άπειρα μπαράκια, τον κόσμο στα στενά, το ραντεβού στην Πλατεία. Hταν ένα πολιτικό αμφιθέατρο. Πάνω οι ΠΑΣΠίτες, αναρχικοί, μαοϊκοί, τροτσκιστές. Hταν ο “χώρος”. Oλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν -μάλλον όχι τυχαία- γύρω στο 1985. Hταν ακόμα γεμάτα, αλλά πέρα από την πολιτική διάσταση της Πλατείας -που φοβόταν η εξουσία- φαίνεται ότι παίχτηκε κι ένα παιχνίδι με τα ακίνητα της περιοχής. Ηταν φανερό ότι, ενώ υπήρχε σχέδιο ανάπλασης της περιοχής, κάποιο αόρατο χέρι την ήθελε υποβαθμισμένη.
Η αγορά ναρκωτικών μεταφέρθηκε από την Πλάκα στα Εξάρχεια, πίσω από το Πολυτεχνείο. Υστερα ήρθε το κυνήγι των μπαρ και τα περισσότερα έκλεισαν. Η Αστυνομία έφυγε όταν ήρθαν οι μαφίες. Οι πρώτοι νεκροί» εξιστορεί ο κ. Λακόπουλος και συνοψίζει: «Η μεγαλύτερη υποκρισία είναι αυτή των κομμάτων της Αριστεράς, που πάνε με την Αστυνομία στα Εξάρχεια και καταγγέλλουν την… αστυνομοκρατία»!
«Εφυγαν όλοι οι Εξαρχιώτες»
«Ζω και εργάζομαι εδώ από το 1998. Μπορεί οι μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος να είχαν ήδη φύγει, όχι όμως και η αύρα τους» λέει από την πλευρά του ο Κώστας, ιδιοκτήτης ενός από τα ιστορικά δισκοπωλεία των στενών πέριξ της πλατείας Εξαρχείων. «Πόσες φορές στο μαγαζί είχα ταυτόχρονα να ψωνίζουν μεγαλύτεροι, παλιοί αστοί που μοσχοβολούσαν με τα αρώματά τους και δίπλα τους νεολαίοι, αναρχικοί. Συχνά ξεκινούσαν κουβέντες. Εντονες, όμως πάντα ενδιαφέρουσες και με αλληλοσεβασμό. Είναι από τις πιο όμορφες εικόνες που συγκρατώ» εξηγεί και προσθέτει: «Με τα χρόνια η γειτονιά διαβρώθηκε. Οι νέοι άφησαν πίσω τις ιδέες και τις τέχνες, παραδόθηκαν εν πολλοίς στη βία, στα εφήμερα, στα τσιγαριλίκια. Οι παλιοί Εξαρχειώτες αποσύρθηκαν από το προσκήνιο και όλα αυτά δημιούργησαν ένα φτωχό σκηνικό. Μαφίες, ναρκωτικά, τραμπουκισμοί, μπράβοι και άμυαλοι πιτσιρικάδες, που νομίζουν ότι καίγοντας λεωφορεία κάνουν επανάσταση» καταλήγει.

