Πως βλέπουν την Αθήνα 8+1 «φυλές» τουριστών. Οι πιο πολλοί «μυρίζουν» την κρίση στον αέρα της πρωτεύουσας
Από τη
Δήμητρα Αθανασοπούλου
Φωτό: Βαγγέλης Μασσιάς
Διονυσίου Αρεοπαγίτου, απομεσήμερο Αυγούστου. Τα βήματα των ταξιδιωτών διαφέρουν από εκείνα των μόνιμων κατοίκων . Σέρνουν μαζί τους ένα σωρό προσδοκίες· με μια νωχελική ανυπομονησία που αποτυπώνεται σε απανωτά φωτογραφικά κλικ ενός φακού που «στοχεύει» μια την Ακρόπολη, μια τον Βράχο και πού και πού το Μουσείο και τα υπερχειλισμένα κιόσκια.
Ποια είναι η ανθρωπογεωγραφία των τουριστών στην Αθήνα του 2016;
Ποια φαντασίωση τους έφερε ως εδώ; Η συνάντηση με έναν τόπο -λένε- εμπεριέχει μια ασυνείδητη φαντασίωση, όπως η συνάντηση με κάθε λαό, με κάθε άνθρωπο. Η επαφή που ακολουθεί «εκπληρώνει» ή διαψεύδει το ταξιδιωτικό όνειρο, επαληθεύει ή ακυρώνει τους «μιντιακούς φόβους».
Οι Βέλγοι

«Κανείς δεν συναντά τον Περικλή και τον Πλάτωνα, συναντά όμως την Ιστορία» μας λέει ένα μεσήλικο ζευγάρι Βέλγων που έφτασε ως την Ακρόπολη «γιατί αποτελεί μέρος της δημοκρατικής κουλτούρας» του.
Η Φρανσουάζ και ο Ζαν Φρανσουά -ερευνητές Βιοτεχνολογίας από τις Βρυξέλλες- έπεσαν αυτή τη φορά πάνω σε «νεοκλοσάρ», αστέγους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους της Β. Ευρώπης, όπως διαπιστώνουν. «Βλέπουμε συνέχεια αστέγους που δεν έχουν την εικόνα των δικών μας αστέγων, που δείχνουν σαν να είχαν ένα σπίτι μέχρι χθες» λένε στη «δημοκρατία».
Επόμενοι σταθμοί για τους Βέλγους ταξιδιώτες με το ξεφλουδισμένο από τον ελληνικό ήλιο δέρμα; Δελφοί, Μετέωρα, Πήλιο. Δεν φοβούνται εδώ, στη λιγότερη «πολυπολιτισμική Ελλάδα», όσο φοβούνται στην πατρίδα τους, όπως μας εξομολογούνται, όπου πλέον «αποφεύγουν συστηματικά τις μεγάλες συγκεντρώσεις».
Οι Γάλλοι

Ενα νεαρό ζευγάρι Γάλλων, η 28χρονη Ναουέλ και ο 30χρονος Ματιάς από το Μονπελιέ -εκπαιδευτικοί και οι δύο-, εκφράζουν την έκπληξή τους για τα «άπειρα άδεια αθηναϊκά σπίτια» που νοικιάζονται στο airbnb. Αρχικά νοίκιασαν ένα διαμέρισμα στα Ανω Πατήσια για μόλις 15 ευρώ τη βραδιά και αργότερα ένα διαμέρισμα στην Ομόνοια για 30 ευρώ. «Νοικιάσαμε σπίτια λιτά, συνηθισμένα, τα οποία φαίνεται ότι κατοικούνται ακόμα.
Το πιο περίεργο είναι πως τα υπάρχοντα των ιδιοκτητών είναι στοιβαγμένα και πακεταρισμένα στα μπαλκόνια. Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» αναρωτιούνται, ενώ υπογραμμίζουν πως οι τιμές των ξενοδοχείων είναι πολύ υψηλές για τη φτωχή Ελλάδα. Οσο μας μιλούν, ανοίγουν τον χάρτη και μας ζητούν τη γνώμη μας για την επόμενη στάση στο Αιγαίο. Κυκλώνουν με μολύβι όσα νησιά τούς προτείνουμε και συνεχίζουν τον περίπατό τους στο Θησείο κατηφορίζοντας προς Μοναστηράκι για να περιηγηθούν στα μικρομάγαζα και τα παραδοσιακά καφενεία. Οσο για το αν φοβούνται στην πατρίδα τους μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε Παρίσι και Νίκαια; Εφτασαν στο αεροδρόμιο με ένα τεράστιο αίσθημα ανασφάλειας και δεν ηρέμησαν παρά μόνο όταν απογειώθηκε το αεροσκάφος.
Αμερικανοκινέζοι, Κορεάτες

Μια οικογένεια Αμερικανοκινέζων -τουρίστες κρουαζιέρας, όπως συστήνονται- «καταναλώνουν» την Αθήνα βιαστικά και λαίμαργα. «Fast food, fast tourism». Μέχρι τον επόμενο σταθμό, που θα «καταναλωθεί» κι αυτός σε χρόνους Λας Βέγκας ή Πεκίνου. Κινούνται μεγάλοι και παιδιά κάτω από φαρδιά καπέλα και πολύχρωμες ομπρέλες, σαν μια ανθρώπινη μάζα που κατακλύζει το ράθυμο και όχι τόσο γεμάτο -ενδεχομένως λόγω καυτού ήλιου- πεζόδρομο.
Διαφορετικά δείχνουν να ζουν την «αθηναϊκή εμπειρία» δύο νέοι Ασιάτες, δύο 22χρονοι φίλοι από τη Ν. Κορέα, που σκαρφαλώνουν στον Βράχο, ποζάρουν στον φακό μας και παλεύουν να βρουν τις λέξεις για να μας εκφράσουν το δέος τους για τα «ιερά ερείπια». Είναι η πρώτη τους φορά όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην Ευρώπη.
Για τον 27χρονο Αχμεντ από την Αίγυπτο, «η Αθήνα είναι σαν το Κάιρο και η Αλεξάνδρεια σαν τη Βάρκιζα», εξηγώντας πως «η θάλασσα που βρέχει την πόλη με τα παραθαλάσσια ξενοδοχεία και τα μαγαζιά, το κυκλοφοριακό χάος, ο ήλιος, η ζέστη, το φως και τα μελαχρινά πρόσωπα των Ελλήνων είναι όλα όπως στη βόρεια Αφρική».
Οι βορειοευρωπαίοι
Η ελληνική πρωτεύουσα είναι «ανοίκεια» -ακόμα και με τη φροϊδική έννοια – για τους βορείους της γηραιάς ηπείρου, που δεν μπορούν να πάψουν να συσχετίζουν την ελληνική κρίση με τις γελαστές παρέες Ελλήνων που «μαζεύουν ήλιο» στις «ενοχοποιημένες καφετέριες» πίνοντας παγωμένους καφέδες. «Εσείς οι Ελληνες δεν πτοείστε με τίποτα, ε;» Το ερώτημα είναι πολύ συχνό, αφού ξεκινήσει μια μικρή κουβέντα με κάποιον ξένο. Κι εκείνοι όμως περιπλανώνται στα σοκάκια της Πλάκας, συχνάζουν στις ταράτσες των τσιπουράδικων και χάνονται στα Αναφιώτικα, ενώ αναζητούν εναλλακτικές γειτονιές σε μια πόλη που αλλάζει. Ολοι τους αγαπούν περισσότερο την Αθήνα όταν πέφτει η νύχτα. Από το Μεταξουργείο και τον Κεραμεικό μέχρι το Πασαλιμάνι.
«Σαν να μη σταματά ποτέ η διασκέδαση σε αυτή την πόλη, υπάρχουν παντού μικρά μπαρ και είναι μέχρι αργά ανοιχτά» σχολιάζουν, ενώ θαυμάζουν την τέχνη του graffiti – σε μια εν τη γενέσει μητρόπολη της Ευρώπης που «σχηματίζει νέα ταυτότητα εν μέσω κρίσης», όπως λένε. Ο καθένας με τα δικά του λόγια
.
Αυτό είναι το «απόσταγμα» των μαρτυριών των ξένων μας… βορείων και νοτίων.
Αποκαθηλώνεται τελικά η Ελλάδα έπειτα από την επαφή μαζί της; Για κάθε ταξιδιώτη η Αθήνα προκύπτει μια διαφορετική εμπειρία που έχει τις ρίζες της -όπως όλα- σε ταμπού, προκαταλήψεις και προσδοκίες. Η εικόνα είναι η ίδια. Μόνο τα ζευγάρια μάτια που την κοιτάζουν αλλάζουν. Οπως και τα πέλματα που τη διασχίζουν. Αλλα δίνουν τον χρόνο που της «πρέπει» και άλλα απλά την «ποδοπατούν» εντελώς τουριστικά, σχεδόν φευγαλέα.
Το ταξίδι σε έναν τόπο -όπως το «ταξίδι με έναν άνθρωπο»- είναι εξάλλου «μια μικρή πολιτική πράξη», ο τρόπος που σου αφήνεται να το ζήσεις: καπιταλιστικά, αναρχικά, φιλελεύθερα , συντηρητικά. Το προφίλ των επισκεπτών μας δεν είναι ενιαίο. Ολες οι φυλές των ανθρώπων, όλων των ηλικιών, όλων των κοινωνικών τάξεων και όλων των ιδιοσυγκρασιών επιδιώκουν να ζήσουν τον «ελληνικό μύθο».
Κάποιοι θα έρθουν ξανά, άλλοι δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Θα αφεθούν στη σαγήνη μιας νέας «ταξιδιωτικής φαντασίωσης». Μέχρι την επόμενη πραγμάτωση ή τη διάψευση ενός άλλου τουριστικού ονείρου.
Ομοιότητες με την Αργεντινή και την Κολομβία!
Οι Λατινοαμερικανοί ταξιδιώτες είναι μια άλλη κατηγορία, όπως και οι Νοτιοευρωπαίοι. Κουβαλούν μαζί τους μια σειρά «ταυτίσεων» με τους Ελληνες και την Ελλάδα. Ο 32χρονος Πέδρο από τη Χιλή -με διάφορους σταθμούς στον κόσμο- καταθέτει πως νιώθει στην Αθήνα όπως στο Μπουένος Αϊρες τα χρόνια της κρίσης, με την «κατάσταση να παίρνει επικίνδυνη τροπή».
Το λέει με σιγουριά γιατί έχει Ελληνες φίλους άνεργους, κακοπληρωμένους, επισφαλείς. Το ίδιο και η 36χρονη Κοστάντζα από την Κολομβία που, όταν κυκλοφορεί στο κέντρο της πόλης, έχει την αίσθηση της Μπογκοτά, «όσον αφορά τόσο τα όμορφα όσο και τα άσχημα σημεία της πόλης».
Για τους περισσοτέρους -κυρίως Λατίνους και Αραβες- η Ελλάδα είναι μια αναπάντεχη συνάντηση με κάτι «οικείο», που όσο τους ταράζει τόσο τους καθησυχάζει.
Η άλλη όψη των Σύρων
Στη σκιά του Ιερού Βράχου υπάρχει και η άλλη όψη του τουρισμού. Σύροι με πατερίτσες στέκονται με δέος μπροστά στην Ακρόπολη, σε αυτό το «αρχιτεκτονικό θαύμα», όπως το αποκαλούν.
Δεν ανήκουν στην κατηγορία των «συμβατικών τουριστών», αφού έφτασαν στη χώρα μας ως πρόσφυγες. Νέα παιδιά με ουλές και τραύματα από το Χαλέπι, τη Δαμασκό, τη Χομς. Ο Μοχάμεντ, ο Μουσταφά, ο Μοχάμεντ επισκέπτονται τα μνημεία κι ας μην έχουν πού να κοιμηθούν το βράδυ. Προέρχονται εξάλλου από τόπους μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Και η αρχιτεκτονική πράξη εγγράφεται ως γνωστόν σε μια ιστορική διάρκεια εντασσόμενη σε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι Σύροι «πρόσφυγες τουρίστες» θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα -όπου δεν υπάρχει τίποτα γι’ αυτούς-, αναζητούν έναν «εργασιακό παράδεισο» στον ευρωπαϊκό Βορρά, αλλά εδώ… στον Νότο -και συγκεκριμένα στην Αθήνα- έχουν το κουράγιο να «μεταμορφώνονται» σε περιπατητές και φιλοσόφους στη σκιά των αρχαιοτήτων… Οπως στη χώρα τους, από την αρχαία πόλη της Παλμύρας μέχρι τη θρυλική σκεπαστή αγορά του Χαλεπίου.


