RF κωδικός, αυτόματες κλήσεις και μοίρασμα εκατομμυρίων: Το νέο σύστημα προστίμων
Στην τελική ευθεία εισέρχεται η υλοποίηση του συστήματος «έξυπνων» καμερών Τεχνητής Νοημοσύνης στους δρόμους της Αττικής, με τον σχετικό διαγωνισμό για την ανάδειξη της κοινοπραξίας που θα αναλάβει την εγκατάσταση 2.000 καμερών να αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τα τέλη του μήνα. Την ίδια ώρα, η Περιφέρεια Αττικής συνεχίζει με σταθερό ρυθμό την τοποθέτηση των πρώτων συστημάτων, εγκαθιστώντας περίπου 60 κάμερες τον μήνα.
Οι κάμερες αυτές θα είναι σε θέση να καταγράφουν αυτόματα σοβαρές τροχαίες παραβάσεις, όπως η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και η υπέρβαση των ορίων ταχύτητας, ενώ το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι οι κλήσεις θα βεβαιώνονται ηλεκτρονικά και ο παραβάτης θα ενημερώνεται απευθείας στο κινητό του τηλέφωνο. Τεχνικά, το σύστημα βρίσκεται ένα βήμα πριν από την πλήρη λειτουργία του, καθώς για το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης των καμερών έχει ήδη εκδικαστεί η έφεση που αφορούσε τις προσφυγές των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό, στις 9 Δεκεμβρίου. Μέχρι την ολοκλήρωσή του, θα χρησιμοποιείται πιλοτικό σύστημα που είχε αναπτύξει η Τροχαία Αττικής.
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί πλέον την κοινή γνώμη δεν είναι τόσο το πότε θα αρχίσουν να «γράφουν» οι κάμερες, όσο το ποιος θα εισπράττει τα έσοδα από τις κλήσεις. Οι φήμες περί «μπόνους σε αστυνομικούς», «εξυπηρέτησης χρέους» ή «πληρωμής ιδιωτών» διαψεύδονται από το θεσμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί.
Πώς θα βεβαιώνονται και θα πληρώνονται οι κλήσεις
Για τις παραδοσιακές παραβάσεις, όπως η παράνομη στάθμευση, το ισχύον καθεστώς δεν αλλάζει και οι δήμοι θα συνεχίσουν να εισπράττουν τα σχετικά ποσά. Αντίθετα, για τις παραβάσεις που θα καταγράφονται από τις νέες κάμερες, οι κλήσεις θα βεβαιώνονται αυτόματα μέσω του νέου συστήματος ΟΔΥΣΕΑΣ, ενός εξειδικευμένου φορέα του Υπουργείο Εσωτερικών.
Κάθε ηλεκτρονική κλήση θα φέρει ειδικό κωδικό RF, ο οποίος θα επιτρέπει στον πολίτη να την εξοφλεί άμεσα μέσω κινητού. Αν ο παραβάτης δεν πληρώσει, η οφειλή θα μεταβιβάζεται στην ΑΑΔΕ, όπου θα βεβαιώνεται ως ληξιπρόθεσμη. Η μεταβίβαση αυτή θα πραγματοποιείται εντός οκτώ μηνών από τη βεβαίωση της παράβασης στο σύστημα του υπουργείου Εσωτερικών, διασφαλίζοντας ότι το πρόστιμο θα εισπραχθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Πώς μοιράζονται τα έσοδα από τις κάμερες
Αφού εισπραχθούν τα πρόστιμα, το αρμόδιο τμήμα του υπουργείου Εσωτερικών θα προχωρά στην κατανομή των εσόδων. Από τις 2.000 κάμερες που προβλέπεται να λειτουργούν εντός του πρώτου τριμήνου του έτους:
- Το 25% κάθε κλήσης θα αποδίδεται στον δήμο εντός των ορίων του οποίου καταγράφηκε η παράβαση.
- Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 75% αν η κάμερα έχει αγοραστεί και τοποθετηθεί από τον ίδιο τον δήμο, υπό την προϋπόθεση διασύνδεσης με το κυβερνητικό σύστημα.
- Το 15% κατευθύνεται στο σύστημα ΟΔΥΣΕΑΣ για τη διαχείρισή του.
- Το 5% αποδίδεται στην ΑΑΔΕ.
- Ένα ποσοστό 2% + 2% πιστώνεται στο Ταμείο των αστυνομικών υπαλλήλων.
- Το υπόλοιπο, που αποτελεί και τη «μερίδα του λέοντος», κατευθύνεται σε ειδικό ταμείο για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας και την υλοποίηση οδικών έργων.
Γιατί σήμερα εισπράττεται μόνο το 40% των προστίμων
Παρά το υφιστάμενο πλαίσιο, σήμερα παρατηρείται χαμηλή εισπραξιμότητα, που δεν ξεπερνά το 40%. Ο βασικός λόγος είναι ότι όταν μια παράβαση βεβαιώνεται από την ΕΛ.ΑΣ. εντός των ορίων ενός δήμου, η κλήση πρέπει να αποσταλεί στον δήμο για να προχωρήσει η είσπραξή της. Οι περισσότεροι δήμοι, ωστόσο, δεν διαθέτουν εξειδικευμένες εισπρακτικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να καθυστερεί σημαντικά και η αποστολή της κλήσης στον παραβάτη ή στην ΑΑΔΕ να γίνεται, κατά μέσο όρο, έναν χρόνο μετά τη βεβαίωση.
Τη σχετική νομοθεσία υπενθύμισε πρόσφατα και ο γενικός γραμματέας Αυτοδιοίκησης του υπουργείου Εσωτερικών Σάββας Χιονίδης, με εγκύκλιο προς τους δήμους. Σύμφωνα με αυτήν, ο δήμος έχει προθεσμία τριών ετών για την ταμειακή βεβαίωση της κλήσης και επιπλέον πέντε έτη για να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα είσπραξης, με τα έσοδα να πρέπει να κατευθύνονται αποκλειστικά σε έργα οδικής ασφάλειας.
Στην πράξη, όμως, η έλλειψη προσωπικού, εξειδικευμένων μηχανισμών και ενιαίου σημείου διαχείρισης έχει ως αποτέλεσμα περίπου το 60% των προστίμων να παραπέμπεται για είσπραξη μετά την πενταετία. Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να βάλει τέλος σε αυτή τη στρέβλωση, αυτοματοποιώντας τη διαδικασία και αυξάνοντας θεαματικά τα έσοδα, με σαφή στόχο –τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδιασμού– τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας.

