Ο νέος Αρχιεπίσκοπος κ. Συμεών, μιλώντας στη «δημοκρατία», τόνισε ότι, παρά την έντονη κινητικότητα και τις διαβουλεύσεις με την αιγυπτιακή πλευρά, δεν έχει διασφαλιστεί ο τρόπος της λειτουργίας της
Παρότι έχουν περάσει αρκετοί μήνες από την ενθρόνιση του νέου Αρχιεπισκόπου στην ιστορική Μονή του Σινά, οι ειδήσεις που φτάνουν στην Ελλάδα για όσα συμβαίνουν στην περιοχή παραμένουν σποραδικές και συχνά συγκεχυμένες. Την ίδια στιγμή, ξένα δημοσιεύματα, όπως ένα πρόσφατο της γαλλικής «Libération», περιγράφουν ταχύτατες κινήσεις της αιγυπτιακής κυβέρνησης στο μονοπάτι μιας δυναμικής τουριστικής ανάπτυξης.
Η «δημοκρατία» επικοινώνησε με τον Αρχιεπίσκοπο Σινά, κ. Συμεών, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από αυτή τη σιωπή και θέτοντας το ερώτημα εάν το ζήτημα έχει κατά κάποιον τρόπο «παγώσει». Ο ίδιος μάς πληροφόρησε για μια ιδιαίτερα κρίσιμη συνάντηση που έλαβε χώρα την περασμένη Κυριακή μεταξύ της ελληνικής και της αιγυπτιακής πλευράς. Από τα λεγόμενά του αναδύεται μια εικόνα έντονης κινητικότητας και διαβουλεύσεων, οι οποίες, αν και διεξάγονται στη σκιά της δικαστικής απόφασης της Ισμαηλίας (29 Μαΐου 2025), τροφοδοτούν την ελπίδα ότι ο διάλογος θα οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα που θα θωρακίζει τη μονή και την περιουσία της.
Παρότι υπάρχει το τελευταίο διάστημα έντονη κινητικότητα, ο Αρχιεπίσκοπος αποκαλύπτει ότι η σχολαστικότητα στις διαπραγματεύσεις αποτελεί μέρος μιας συνειδητής προσπάθειας να τεθούν οι βάσεις για μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη λύση: «Αυτό γίνεται ήδη από τον Σεπτέμβριο που εγώ μπήκα στα πράγματα και εξελέγην. Υπάρχει αυτή η διαδικασία την οποία εμείς καθυστερούμε. Η μονή περισσότερο καθυστερεί γιατί θέλει να γίνεται με περισσότερες λεπτομέρειες, με περισσότερη προσοχή. Μας ακούει η ελληνική Πολιτεία σε αυτό και την ευχαριστούμε».
Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών εξηγεί πως η ακριβής καταγραφή είναι το απαραίτητο εργαλείο για την επίλυση των εκκρεμοτήτων: «Θέλαμε να κάνουμε καλύτερη καταγραφή με τεχνοκράτες όλων των περιουσιακών στοιχείων, αυτών των καθισμάτων που έχουμε, των μικρών μονυδρίων στην έρημο και παντού. Και έγινε δουλειά. Και όντως μπορεί να πήγαμε πίσω, αλλά έχει γίνει πολλή δουλειά. Τώρα περιμένουμε μήπως γίνουν επιτροπές τεχνοκρατικές και από τις δύο μεριές για να ελέγξουν ένα ένα τα στοιχεία που μαζέψαμε. Αλλωστε, για να θέσουμε ξανά σε διάλογο τα πράγματα, έπρεπε να έχουμε λεπτομερώς καταγραμμένα τα πάντα. Ολα αυτά είναι αιτίες των καθυστερήσεων».
Σεβασμός
Σχετικά με τα έργα αξιοποίησης της περιοχής, ο Αρχιεπίσκοπος εμφανίζεται ρεαλιστής, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της Αιγύπτου να αναπτύξει τη «βαριά βιομηχανία» της, ενώ παράλληλα θέτει το πλαίσιο για την προστασία του ιερού χώρου: «Η βαριά βιομηχανία της Αιγύπτου είναι ο τουρισμός. Χώροι που μπορούν να έλξουν το περισσότερο είναι οι πυραμίδες, η Αλεξάνδρεια, η Χουργάντα και δεν ξέρω μήπως περισσότερο από όλα το Σινά. Αυτό, όμως, για τη ζωή του μοναστηριού έχει κάποιες δυσκολίες. Δεν αρνηθήκαμε την τουριστική ανάπτυξη εντελώς ποτέ. Το διακονούμε. Εκείνο που μπορούμε να πούμε και το ζητάμε είναι ο στενός χώρος της μονής να διαφυλαχθεί και να είναι ελέγξιμη η παρουσία του κόσμου».
Για τον ίδιο, η αξία του Σινά έγκειται στην πνευματική του ζωντάνια και όχι στην εμπορευματοποίηση: «Ο χώρος αυτός είναι πολύ πιο ελκυστικός, όντας ζωντανός και όχι ένα κλειστό μουσείο. Οι απλοί τουρίστες στρέφονται πολύ ευκολότερα να φωτογραφίσουν τη σιλουέτα ενός ρασοφόρου μοναχού παρά τα κειμήλια που βρίσκονται στον χώρο ή τα κτίρια». «Κινούνται τα πράγματα, δεν ξέρω ποια θα είναι ακόμη η κατάληξη, είμαστε σε κινητικότητα. Ισως σε γρήγορο διάστημα ακούσετε κάποια πράγματα δημοσίως. Οχι από εμάς, από τους ανάλογους κύκλους ελληνικούς και αιγυπτιακούς. Εμείς ελπίζουμε στον διάλογο, ελπίζουμε ότι οι διαβουλεύσεις θα καταλήξουν σε ένα σημείο σεβασμού. Για τη συνέχιση του μοναστικού βίου, όπως ακριβώς προβλέπει και το πρώτο μέρος της απόφασης του δικαστηρίου της Ισμαηλίας».
Παγκόσμιο ενδιαφέρον για να μην απομειωθεί το αποτύπωμά της
Η τύχη της Μονής Σινά έχει, πάντως, πάψει προ πολλού να αποτελεί μια στενά διμερή εκκρεμότητα, καθώς μετατρέπεται σε ένα οικουμενικό ζήτημα. Η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου της Ισμαηλίας, η οποία απειλεί την ιδιοκτησία και την αυτονομία της αρχαιότερης σε λειτουργία χριστιανικής μονής στον κόσμο, έχει πυροδοτήσει ένα κύμα διεθνούς συμπαράστασης που υπερβαίνει δόγματα και σύνορα.
Κεντρικό ρόλο στην κινητοποίηση αυτή διαδραματίζουν οι «Εκκλησίες για την Ειρήνη στη Μέση Ανατολή», ένας συνασπισμός 30 εθνικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων, που σε συντονισμό με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο το 2025 είχαν απευθύνει έκκληση στην αιγυπτιακή κυβέρνηση να σεβαστεί τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις της.

Πλήγμα για την ανθρωπότητα
Χαρακτηρίζοντας τη μονή «ζωντανό μάρτυρα διαθρησκειακής συνύπαρξης», οι θρησκευτικοί ηγέτες προειδοποιούν ότι τυχόν αλλοίωση της ακεραιότητας της Αγίας Αικατερίνης θα αποτελούσε πλήγμα στην πνευματική παρακαταθήκη της ανθρωπότητας.
Ως εκ τούτου είναι η ίδια η παγκόσμια κοινότητα που παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις διαπραγματεύσεις που λαμβάνουν χώρα στην Αίγυπτο, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι τόσο η λειτουργία της Μονής Σινά όσο και το αποτύπωμά της στην περιοχή αλλά και στον παγκόσμιο χριστιανικό κόσμο δεν θα απομειωθούν.
Η απειλή της αλλοίωσης
Πέρα από τα ζητήματα ιδιοκτησίας και μοναστικού βίου, η χερσόνησος του Σινά αντιμετωπίζει μια κρίση με ανεξέλεγκτες περιβαλλοντικές διαστάσεις λόγω του φιλόδοξου «Great Transfiguration Project». Η περιοχή, η οποία αποτελεί προστατευόμενο μνημείο της UNESCO όχι μόνο για την ιστορική και θρησκευτική της σημασία, αλλά και για το μοναδικό και παρθένο φυσικό της κάλλος, βρίσκεται στο στόχαστρο μιας επιθετικής τουριστικής ανάπτυξης.
Η κατασκευή σύγχρονων οδικών δικτύων, η δημιουργία υποδομών για τη φιλοξενία χιλιάδων επισκεπτών και η σταδιακή αστικοποίηση της ερήμου αλλάζουν δραματικά το τοπίο. Ειδικοί επιστήμονες και διεθνείς οργανώσεις εκφράζουν φόβους ότι η βίαιη ένταξη της περιοχής σε ένα δίκτυο μαζικού τουρισμού θα έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες.
Αστικό κέντρο
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτών των έργων είναι τεράστιο και απειλεί να καταστρέψει το οικοσύστημα που επί αιώνες στήριξε τον ερημητικό και μοναχικό βίο. Το «ιερό βουνό» κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα αστικό κέντρο στην καρδιά της ερήμου, αφαιρώντας την ίδια την ουσία που το καθιστά ένα παγκόσμιο σύμβολο απομόνωσης, περισυλλογής και πνευματικότητας. Η μονή, αντιμετωπίζοντας αυτό το κύμα, καλεί σε έναν διάλογο που θα λάβει υπόψη όχι μόνο την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τη διαφύλαξη της φυσικής και πνευματικής κληρονομιάς του τόπου.
Η τέχνη της σιωπής σε γεωπολιτικό ναρκοπέδιο
Στην καρδιά μιας χερσονήσου που ιστορικά λειτουργεί ως γεωπολιτικό και θρησκευτικό σταυροδρόμι, η διαχείριση της κρίσης στη Μονή Σινά δεν αποτελεί μια απλή διοικητική εκκρεμότητα, αλλά μια άσκηση υψηλής στρατηγικής. Σε αυτό το ιδιαίτερο σημείο του χάρτη οι ισορροπίες δεν επιβάλλονται με τη δυτική λογική των νομικών διεκδικήσεων, αλλά καλλιεργούνται μέσα από μια βαθιά γνώση των τοπικών ισορροπιών. Είναι εύκολο, από την ασφαλή απόσταση ενός δυτικού κράτους δικαίου, να ερμηνεύει κανείς τη σιωπή των άμεσα εμπλεκομένων ως αδράνεια ή υποχώρηση.
Πρόκειται όμως για μια επικίνδυνη παρερμηνεία. Οσοι βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» της ερήμου γνωρίζουν ότι η δημόσια ρητορική μπορεί να λειτουργήσει ως σπίθα σε μια αποθήκη πυρομαχικών. Και γι’ αυτό πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Αυτή η φιλοσοφία επιβίωσης επιβάλλει στους πρωταγωνιστές έναν ιδιότυπο κώδικα εχεμύθειας. Οι άμεσα εμπλεκόμενοι δεν μπορούν -και ίσως δεν πρέπει- να μιλήσουν ανοιχτά. Κάθε λέξη τους ζυγίζεται σε διπλωματικές ζυγαριές ακριβείας, καθώς μια «απρόσεκτη» δήλωση στο δυτικό περιβάλλον μπορεί να εκληφθεί ως ύβρις στο ανατολίτικο, προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά στο πεδίο.

Σε μια περίοδο ακραίας γεωπολιτικής αστάθειας η σιωπή αυτή είναι η ασπίδα του μνημείου. Οσοι κρίνουν με όρους δυτικής καθημερινότητας αγνοούν ότι η πραγματική αλήθεια στην Ανατολή κρύβεται πίσω από την υπομονή και την αποφυγή των εντάσεων. Η ελπίδα για μια λύση δεν περνά μέσα από την κατά μέτωπον σύγκρουση, αλλά μέσα από τον αργό, σχολαστικό και αθόρυβο διάλογο, εκεί όπου η διατήρηση των προσχημάτων είναι συχνά η μόνη εγγύηση για τη διατήρηση της ουσίας.
Το Προεδρικό Διάταγμα και το στοίχημα της αναγνώρισης
Στο επίκεντρο του διοικητικού γρίφου για το μέλλον της Μονής Σινά βρίσκεται μια τυπική αλλά ουσιαστικά βαρυσήμαντη πράξη: η έκδοση του επίσημου διατάγματος από την αιγυπτιακή προεδρία για τον διορισμό και η απόδοση υπηκοότητας στον νέο Αρχιεπίσκοπο. Παρότι έχουν παρέλθει μήνες από την εκλογή και την ενθρόνιση του Συμεών, το έγγραφο που θα σφραγίσει τη θεσμική του υπόσταση έναντι των αρχών του Καΐρου παραμένει στα συρτάρια. Η διοικητική αυτή εκκρεμότητα δεν είναι απλώς γραφειοκρατική. Συνδέεται άρρηκτα με το ιδιαίτερο καθεστώς της μονής.
Στην παρούσα συγκυρία, η καθυστέρηση του διατάγματος αναγνώρισης από την πλευρά της προεδρίας της Αιγύπτου αντανακλά τις λεπτές ισορροπίες που επιχειρούνται να βρεθούν μετά τη δικαστική κρίση της Ισμαηλίας. Πληροφορίες αναφέρουν πως «επίσημα στόματα» από το Κάιρο διαβεβαιώνουν ότι το διάταγμα είναι έτοιμο και η καθυστέρηση οφείλεται στην πολυπλοκότητα της συνολικής συμφωνίας που επιδιώκεται. Η αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου αποτελεί το τελικό «νήμα» μιας διαπραγμάτευσης που περιλαμβάνει την πλήρη καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων και τη διασφάλιση του status quo.
Μέχρι να πέσουν οι υπογραφές, η μονή τελεί σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αναμονής, με την Αθήνα να παρακολουθεί στενά το ζήτημα, γνωρίζοντας ότι η θεσμική θωράκιση της ηγεσίας του Σινά είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να κλείσει οριστικά ο κύκλος της αβεβαιότητας και να μπορέσει εκ νέου η μονή να μπει σε έναν ρυθμό «κανονικότητας» που θα επιτρέψει την επούλωση των όποιων πληγών έχουν δημιουργηθεί το τελευταίο διάστημα.

