Την έντονη αντίθεσή τους στις μετακινήσεις γιατρών εντός του ΕΣΥ για την κάλυψη κενών σε υποστελεχωμένες περιοχές εκφράζουν με κοινή ανακοίνωσή τους οι Ιατρικοί Σύλλογοι Θεσσαλίας, προειδοποιώντας για σοβαρές επιπτώσεις τόσο στους ίδιους τους γιατρούς όσο και στη λειτουργία των δημόσιων δομών υγείας.
Σύμφωνα με τους Ιατρικούς Συλλόγους, υπάρχουν καταγγελίες ότι οι μετακινήσεις αυτές πραγματοποιούνται με καταχρηστικό τρόπο. Οι Ενώσεις Γιατρών επισημαίνουν ότι πρόκειται για εμβαλωματικές λύσεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν τα δομικά προβλήματα στελέχωσης, αλλά αντιθέτως οδηγούν σε επαγγελματική εξουθένωση (burnout), με απρόβλεπτες συνέπειες στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή των γιατρών. Παράλληλα, εκφράζονται έντονες ανησυχίες ότι η απομάκρυνση εξειδικευμένου προσωπικού μπορεί να υποβαθμίσει τη δημόσια υγεία, καθώς οι περισσότερες κλινικές λειτουργούν, ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις, με οριακό αριθμό γιατρών. Κάθε μετακίνηση, όπως τονίζουν, δημιουργεί μείζον πρόβλημα τόσο στην κλινική από την οποία αποχωρεί ο γιατρός όσο και στη μονάδα υποδοχής, όπου υπάρχει αυξημένο ρίσκο προσαρμογής. Επιπλέον, η αποψίλωση των Κέντρων Υγείας αποδυναμώνει την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Οι χαμηλές αμοιβές και οι απαράδεκτες συνθήκες εργασίας
Στην ανακοίνωσή τους, οι Ιατρικοί Σύλλογοι αποδίδουν τη φυγή νέων κυρίως γιατρών στο εξωτερικό και τη δημιουργία άγονων θέσεων σε χρόνιες παθογένειες του συστήματος.
«Η μη τήρηση των αξιοκρατικών διαδικασιών ανέλιξης των γιατρών ΕΣΥ αποτελεί την κύρια αιτία φυγής των νέων κυρίως γιατρών, στο εξωτερικό (brain drain), αλλά και δημιουργία σειράς άγονων θέσεων μετά από τις προκηρύξεις. Την κατάσταση δε αυτή επιδεινώνουν οι χαμηλές αμοιβές και οι απαράδεκτες συνθήκες εργασίας σε ορισμένες δομές υγείας», υποστηρίζουν χαρακτηριστικά.
Το ζήτημα τέθηκε με ιδιαίτερη έμφαση στη σύσκεψη των τεσσάρων προέδρων των Ιατρικών Συλλόγων της Θεσσαλίας, που πραγματοποιήθηκε χθες στη Λάρισα. Αφορμή αποτέλεσε η πρόσφατη μετακίνηση παιδιάτρου, χωρίς τη συναίνεσή του, από τα ΓΝ Βόλου και ΓΝ Καρδίτσας στο ΓΝ Λαμίας, με απόφαση του διοικητή της 5η ΥΠΕ. Οι πρόεδροι έθεσαν επίσης το ευρύτερο ζήτημα της μη αξιοκρατικής ανέλιξης του ιατρικού προσωπικού στο ΕΣΥ, τονίζοντας την ανάγκη ελέγχου από τους αρμόδιους υπουργούς για φαινόμενα μη χρηστής διοίκησης, τα οποία, όπως σημείωσαν, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ισονομίας και ισοπολιτείας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις μετακινήσεις γιατρών ευαίσθητων ειδικοτήτων. «Οι γιατροί των ευαίσθητων ειδικοτήτων της Παιδιατρικής αλλά και Γενικής Ιατρικής, που μετακινούνται, με την διαδικασία που κινείται στα όρια του ”εντέλλεσθε”, σε άλλες περιφερειακές ενότητες, σε περίοδο μάλιστα ομαλότητας και όχι εκτάκτων συνθηκών, αποδεικνύουν την ανεπάρκεια ορισμένων διοικήσεων ΥΠΕ ανά την χώρα, να στελεχώσουν τις δημόσιες δομές υγείας που διοικούν με επαρκές ιατρικό προσωπικό. Γι’ αυτό, οι μη κατάλληλες στρατηγικές διοίκησης δεν δημιουργούν ελκυστικές συνθήκες, ιδιαίτερα για νέους γιατρούς, παρά μόνον χτίζουν ψεύτικο θετικό διοικητικό προφίλ προς τον υπ. Υγείας.
Την λύση των παθογενειών αποτελούν μόνο οι μόνιμες προσλήψεις, με ειδικά κίνητρα για ορισμένες ειδικότητες και περιοχές και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών ανέλιξης, εργασίας και αμοιβών, ώστε ακόμα και οι άγονες, δυσπρόσιτες και νησιωτικές περιοχές αλλά και ορισμένες δημόσιες υγειονομικές περιοχές της χώρας, να απολαμβάνουν πλήρη περίθαλψη.
Ευελπιστούμε πως τα τελευταία κίνητρα που θεσπίστηκαν για ορισμένες ειδικότητες και θα λειτουργήσουν στις αμέσως επόμενες προκηρύξεις θέσεων και ανακοινώθηκαν από τον υπ. Υγείας, θα λειτουργήσουν προς την θετική κατεύθυνση και θα θεραπεύσουν, έστω και μερικώς, το πρόβλημα», αναφέρουν οι Ιατρικοί Σύλλογοι.


