Το γρήγορο ίντερνετ είναι καλοδεχούμενο, όποιον σώφρονα πολίτη ρωτήσεις σε αυτή τη χώρα και όχι μόνο. Ωστόσο, η αθάνατη ελληνική… προχειρότητα κατάφερε και αυτή την αναβάθμιση της καθημερινότητας να τη μετατρέψει σε εφιάλτη εξαιτίας ενός κακοφτιαγμένου ρυθμιστικού πλαισίου, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, όπως θέλει, όποτε το θέλει.
Έτσι, οι οδηγοί της χώρας, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, εκτός του κυκλοφοριακού χάους που έχουν να αντιμετωπίσουν ούτως ή άλλως, βρίσκονται ανά διαστήματα απέναντι και σε μία κατάσταση που μοιάζει με Ράλι Ακρόπολις: τρύπες, χώματα, κλειστοί δρόμοι.
Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και οι πεζοί και οι καταστηματάρχες: τρύπες, χώματα και κλειστά πεζοδρόμια, χωρίς καμία μέριμνα για την ασφάλεια των διερχόμενων, καθιστούν μία απλή βόλτα σε περιπέτεια και στο τέλος της υπόθεσης είναι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, που βρίσκονται αποκλεισμένες λόγω έργων, με σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Τα θεσμικά κενά στην αδειοδότηση, τον έλεγχο και την εποπτεία των έργων οπτικών ινών και η επιτακτική ανάγκη ενιαίου εθνικού πλαισίου και ουσιαστικών κυρώσεων, βρίσκονται στο επίκεντρο Κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Τομεάρχη Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Βουλευτή Ηρακλείου Χάρη Μαμουλάκη.
Με Ερώτηση που κατέθεσε προς τους Υπουργούς Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών & Μεταφορών, Περιβάλλοντος & Ενέργειας, και Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών με την συνυπογραφή 15 ακόμη Βουλευτών, ο Χάρης Μαμουλάκης επισημαίνει ότι η ταχεία ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών στην ελληνική επικράτεια τα τελευταία χρόνια, αν και στρατηγικής σημασίας για την ψηφιακή μετάβαση της χώρας, πραγματοποιείται χωρίς ενιαίο, δεσμευτικό και αποτελεσματικό εθνικό πλαίσιο εποπτείας.
«Οι διοικήσεις των Ο.Τ.Α. χορηγούν λόγω αρμοδιότητας άδειες εργασιών επί του οδικού τους δικτύου, με αποτέλεσμα την ύπαρξη εκτεταμένων τομών σε οδοστρώματα, πεζοδρόμια και κοινόχρηστους χώρους αλλά κυρίως επανειλημμένες σοβαρές κακοτεχνίες, ζημιές σε κρίσιμες υποδομές, και αλλοιώσεις σε χώρους πρασίνου και κυκλοφορίας» αναφέρει σε δήλωσή του ο Χάρης Μαμουλάκης, τονίζοντας: «Η πολυπλοκότητα του νομοθετικού πλαισίου, οι πολυάριθμες διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής αλλά κυρίως ο κατακερματισμός τους, αποτελούν την κύρια αιτία που η εγκατάσταση δικτύων οπτικών ινών, εξελίσσεται σε πεδίο θεσμικής αυθαιρεσίας, τεχνικής προχειρότητας και συστηματικής μετακύλισης βαρών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, χωρίς την ύπαρξη επαρκούς μηχανισμού επιτόπιου ελέγχου και χωρίς αυτοματοποιημένες, αποτρεπτικές κυρώσεις για τις κακοτεχνίες».
Με την Ερώτηση γίνεται παραδειγματική αναφορά στον Δήμο Ηρακλείου και στην αυστηρή κανονιστική απόφαση που εξέδωσε προκειμένου να επιβάλει ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές, συγκεκριμένες διαδικασίες για την πλήρη αποκατάσταση των τομών, ειδικούς κανόνες προστασίας πρασίνου καθώς και διοικητικές και χρηματικές κυρώσεις στις εταιρείες που εκτελούν έργα οπτικών ινών. Τονίζεται η ανάγκη ενός Δήμου να «υποκαταστήσει» την κεντρική διοίκηση, εκδίδοντας μια τόσο νομικά εμπεριστατωμένη, λεπτομερή και εκτενή κανονιστική απόφαση, γεγονός που καταδεικνύει ότι στην πράξη το υφιστάμενο εθνικό πλαίσιο όπως διαμορφώνεται από σειρά Νόμων και Υπουργικών Αποφάσεων είναι ανεπαρκές, αποσπασματικό, δεν τηρείται και ουσιαστικά ευνοεί τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.


