Ἡ ἐπένδυσις εἰς τὴν ἀμυντικὴν ἰσχὺν δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐπιδείξεως, ἀλλὰ εὐθύνης. Ἡ μὴ ἀξιοποίησις τῆς ἰσχύος ταύτης πρὸς διασφάλισιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας θὰ συνιστοῦσε ἱστορικὸν ὀλίσθημα
- Τοῦ Διεθνολόγου Ιωάννου Π. Σωτηροπούλου, PhD*
Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς νεορεαλιστικῆς θεωρίας καὶ τῆς στρατηγικῆς ἀναλύσεως, ἡ κατ’ ἐπανάληψιν ὑιοθέτησις κατευναστικῶν πολιτικῶν ὑπὸ ἀσθενοῦς δρώντος ἔναντι ἰσχυρᾶς καὶ μερικῶς ἀναθεωρητικῆς δυνάμεως παράγει προβλέψιμον καὶ δομικῶς προκαθορισμένην στρατηγικὴν ἀλληλουχίαν. Ἡ ἔλλειψις ἀξιοπίστου ἀποτροπῆς, καθ’ ὅπως περιγράφεται ὑπὸ τοῦ Schelling (1966), ἀποστέλλει σήματα χαμηλοῦ κόστους, ἃ ἐρμηνεύονται ὑπὸ τῆς ἰσχυρᾶς δυνάμεως ὡς ἔνδειξις ὅτι τὸ κόστος περαιτέρω ἀναθεωρητικῆς δράσεως παραμένει περιορισμένον.
Ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου, ἡ ἰσχυρὰ δύναμις ἀντιμετωπίζει κλασικὸν πρόβλημα δεσμεύσεως τύπου Schelling: εἴτε νὰ παγιώσῃ τὰ ἤδη κεκτημένα ὀφέλη εἴτε νὰ ἐπιδιώξῃ περαιτέρω ἀναθεωρητικὴν ἐπέκτασιν. Ἡ ἱστορικὴ ἐμπειρία καὶ ἡ θεωρία τῶν ἀναθεωρητικῶν δυνάμεων, καθ’ ὅπως ἀναλύεται ὑπὸ τοῦ Mearsheimer (2001), καταδεικνύουσιν ὅτι ἡ δευτέρα ἐπιλογὴ ἐπικρατεῖ συχνότατα, ἰδίως ὅταν ὁ ἀντίπαλος ἐμφανίζεται διαχρονικῶς ἐνδοτικός.
Ἡ κατ’ ἐπανάληψιν παραχώρησις ὑπονομεύει τὴν ἀποτρεπτικὴν ἀξιοπιστίαν καὶ ἐνισχύει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ ἀσθενὴς δρών οὔτε τὴν βούλησιν οὔτε τὴν δυνατότητα διαθέτει ἵνα ἐπιβάλῃ κόστος. Οὕτως δημιουργεῖται δυναμικὴ βαθμιαίας ἀναθεωρήσεως (incremental revisionism), καθ’ ἣν ἑκάστη ἐπιτυχής διεκδίκησις λειτουργεῖ ὡς μηχανισμὸς ἐνισχύσεως τῆς ἐπομένης, συμφώνως πρὸς τὴν λογικὴν ὅτι «ἡ ἐπιτυχία γεννᾷ ἐπιτυχίαν» (Mearsheimer, 2001).
Ὁ καλούμενος βαθμιαῖος ἀναθεωρητισμός (incremental revisionism) αποτελεί μορφήν τινά αναθεωρητικής στρατηγικής, καθ’ ἣν κράτος τι επιζητεί την μεταβολήν της κρατούσης διεθνούς τάξεως ουχί δι’ ἀμέσων, ὁλοκληρωτικών ἢ προφανῶς ἐπιθετικῶν πράξεων, ἀλλὰ δι’ ἐπιβημάτων μικρών, σταδιακῶν καὶ συσσωρευτικῶν. Ἔστι δὲ ταύτη διαδικασία «σιωπηρᾶς» ἀναθεωρήσεως, καθ’ ἣν ἕκαστον βήμα, καθ’ ἑαυτό θεωρούμενον, φαίνεται τεχνικόν, ἀσήμαντον ἢ ῥᾴως διαχειρίσιμον, ὥστε μὴ ἐγείρειν ἰσχυρὰς ἀντιδράσεις. Κύριον γνώρισμα τῆς στρατηγικῆς ταύτης ἐστίν ἡ προσφυγὴ εἰς μικρὰ καὶ ἀκριβῶς ὑπολογισμένα ἐπιβήματα, ἃ ἀποτρέπουσι τὴν γένεσιν μείζονος κρίσεως.
Ἡ δὲ σταδιακότης μειοῖ τὸ πολιτικὸν καὶ στρατηγικὸν κόστος, ἐπεὶ οἱ τρίτοι δρῶντες δυσχεραίνουσι νὰ ἀντιτάξωσι μέτρα δυσανάλογα πρὸς πράξεις αἵτινες, μεμονωμένως θεωρούμεναι, οὐκ ἀποτελοῦσι σαφῆ ἀπειλήν. Ὅμως ἡ συσσώρευσις τῶν μικρῶν τούτων μετατοπίσεων δύναται, ἐν τῷ χρόνῳ, νὰ ἐπενεργήσῃ βαθέως ἐπὶ τῆς ἰσορροπίας τῶν δυνάμεων ἢ ἐπὶ τοῦ status quo, ἐπιτυγχάνουσα ἀποτελέσματα ἃ οὐκ ἂν ἠδύνατο κράτος νὰ ἐπιβάλῃ δι’ ἀμέσου καὶ ἀναφανδοῦς προκλήσεως. Ἐνισχύεται ἡ στρατηγικὴ ταύτη ἐκ τῆς ἀμφισημίας τῶν προθέσεων τοῦ ἀναθεωρητικοῦ κράτους, ἐπειδὴ αἱ ἐνέργειαι δύνανται νὰ προβάλλωνται ὡς ἀμυντικαί, διοικητικαί ἢ τεχνικαί, καθιστῶσαι δυσχερῆ τὴν ἀκριβῆ κατηγοριοποίησίν των.
Ἡ ἀμφισημία παρέχει τῷ κράτει τὴν δυνατότητα νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ υπό του Jervis (1978) λεγόμενον Δίλημμα Ἀσφαλείας (Security Dilemma)· οἱ γὰρ λοιποὶ δρῶντες ἀποροῦσιν εἰ ἡ ἰσχυρὰ ἀντίδρασις ἄν ποτέ ἐπέφερε κλιμάκωσιν συμφώνως πρός τό υπό τοῦ Jervis Σπειροειδοῦς Ὑποδείγματος (Spiral Model), ἢ εἰ ἡ ἀπραξία ἂν ἐνεθάρρυνε περαιτέρω ἀναθεωρητικὰ ἐπιβήματα συμφώνως πρός τό υπό τοῦ Schelling Ὑποδείγματος Αποτροπής (Deterrence Model).
Ταῦτα δὲ συνδέονται ἀμέσως πρὸς τὴν θεωρητικὴν συμβολὴν τοῦ Jervis. Ὁ βαθμιαῖος ἀναθεωρητισμός (incremental revisionism) ἀποτελεῖ ἐνάργες παράδειγμα τῆς δυσχερείας διακρίσεως μεταξὺ τῶν δύο μοντέλων αὐτοῦ· ἐὰν μὲν τὸ κράτος ᾖ ὄντως ἀναθεωρητικόν, ἡ ἀντίδρασις ἡ ἐλλιπὴς σημαίνει ἀδυναμίαν καὶ προτρέπει τὴν συνέχισιν τῆς ἀναθεωρήσεως· ἐὰν δὲ ᾖ πρωτίστως ἀνασφαλές, ἡ σκληρὰ ἀντίδρασις δύναται νὰ ἐπισύρῃ ἀκούσιον κλιμάκωσιν. Ἡ σταδιακὴ καὶ ἀμφίσημος φύσις τῆς στρατηγικῆς καθιστᾷ τὴν διάκρισιν ταύτην λίαν δυσχερῆ-πρόβλημα ὅπερ ὁ Jervis ἀναγνωρίζει ὡς θεμελιῶδες ἐν τῇ στρατηγικῇ ἀναλύσει καὶ τῇ θεωρίᾳ τῶν διεθνῶν σχέσεων.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, η συνεχὴς διάβρωσις τῆς ἀποτρεπτικῆς ἀξιοπιστίας τοῦ ασθενοῦς δρῶντος ὁδηγεῖ εἰς ἐκεῖνο ὅπερ ὁ Waltz (1979) θὰ περιέγραφεν ὡς δομικὴν ἐπιδείνωσιν τῆς ἰσορροπίας δυνάμεων: ὁ ἀσθενὴς δρών χάνει βαθμηδὸν τὴν σχετικὴν αὐτοῦ θέσιν, ἐνῶ ἡ ἰσχυρὰ δύναμις ἐνισχύει τὴν ἱκανότητά της νὰ ἐπιβάλλῃ μονομερώς τὰς προτιμήσεις της.
Ὅταν δὲ ἡ συσσωρευθεῖσα ἀναθεωρητικὴ πίεσις ὑπερβῇ τὰ ὅρια ἀνοχῆς τοῦ ἀσθενοῦς δρώντος, ἡ σύγκρουσις καθίσταται σχεδὸν ἀναπόφευκτος. Ἡ δὲ ἔντασις αὐτῆς εἶναι μείζων ἢ ὅση θὰ ἦν ἐν προγενεστέρῳ σταδίῳ, διὰ δύο λόγους συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν κλιμακώσεως τοῦ Schelling (1960):
- τὸ διακύβευμα καθίσταται ὑπαρξιακὸν διὰ τὸν ἀσθενῆ δρώντα, ὅστις ἔχει ἐξαντλήσει τὰ περιθώρια ἐλιγμῶν διὰ τῶν προγενεστέρων ὑποχωρήσεων·
- ἡ ἀναθεωρητικὴ δύναμις ὑφίσταται αἰφνιδίαν ἀνατροπὴν προσδοκιῶν, ἐπεὶ ἡ μέχρι τοῦδε δεδομένη δυναμικὴ ἀνεμποδίστου ἐπεκτάσεως διακόπτεται ἀπότομα, προκαλοῦσα ἐκεῖνο ὅπερ ὁ Jervis (1976) χαρακτηρίζει «perception shock», μετὰ ὑψηλοῦ κινδύνου ἀντιδραστικῆς κλιμακώσεως.
Συνεπῶς, ἡ στρατηγικὴ τοῦ κατευνασμοῦ, ὅταν ἐφαρμόζεται ἄνευ παραλλήλου ἐνισχύσεως τῆς ἀποτρεπτικῆς ἱκανότητος καὶ ἄνευ σαφῶν κόκκινων γραμμῶν, οὐχὶ μόνον δὲν λειτουργεῖ ὡς μηχανισμὸς σταθεροποιήσεως, ἀλλὰ παράγει δομικῶς ἀναπόφευκτον κλιμάκωσιν, καθιστῶσα τὴν σύγκρουσιν οὐ μόνον πιθανωτέραν ἀλλὰ καὶ ἐντονωτέραν, συμφώνως πρὸς τὰς προβλέψεις τῆς νεορεαλιστικῆς θεωρίας (Waltz, 1979· Mearsheimer, 2001).
Ἡ μετὰ τυμπανοκρουσιῶν ἄφιξις τῆς πρώτης ἐκ τῶν τεσσάρων φρεγατῶν τύπου Belharra-FDI σηματοδοτεῖ τὴν εἴσοδον τῆς ἐθνικῆς προσπαθείας ἐξοπλισμοῦ εἰς τὴν τελικὴν αὐτῆς φάσιν. Ἡ προσπάθεια αὕτη, ἐγκαινιασθεῖσα μὲ τὴν προμήθειαν τῶν «4,5 γενεάς» 24 μαχητικῶν Rafale F3R καὶ συμπληρουμένη διὰ τῆς διαδικασίας ἀναβαθμίσεως 121 μαχητικῶν ἀεροσκαφῶν F-16 -38 block 50 καὶ 83 block 52+- εἰς τὴν πλέον προηγμένην διαμόρφωσιν Viper-block 70, ἐπίσης «4,5 γενεάς», ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἑλλὰς διαθέτει πλέον τὰ ἐπιχειρησιακὰ μέσα διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἱστορικὴν αὐτῆς ἀποστολήν· τὴν ἀδιαπραγμάτευτον διαφύλαξιν τῶν κυριαρχικῶν αὐτῆς δικαιωμάτων, ὡς ταῦτα ἀπορρέουσιν ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου.
Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦτο, πᾶσα σκέψις περὶ κατευνασμοῦ ἢ ὑποχωρητικότητος ἔναντι ἀξιώσεων προερχομένων ἐκ γειτονικῶν κρατῶν, ἰσχυρῶν ἢ μή, συνιστᾷ οὐ μόνον ὑπονόμευσιν τῶν θυσιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εὐθεῖαν ἀντίφασιν πρὸς τὴν λογικὴν ἥτις ὑπεγράμμισεν τὴν ἀνάγκην ἐκσυγχρονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων μὲ τὰ πλέον σύγχρονα καὶ ἀποτελεσματικὰ ὁπλικὰ συστήματα.
Ἡ ἐπένδυσις εἰς τὴν ἀμυντικὴν ἰσχὺν δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐπιδείξεως, ἀλλὰ πρᾶξιν εὐθύνης. Ἡ μὴ ἀξιοποίησις τῆς ἰσχύος ταύτης πρὸς διασφάλισιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας θὰ συνιστοῦσε ἱστορικὸν ὀλίσθημα. Ἐν ἀντιθέσει, ἡ σταθερὰ καὶ νηφάλια ἀποφασιστικότης ἀποτελεῖ τὴν μόνην ὁδὸν διὰ τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς σταθερότητος εἰς τὴν περιοχήν.
Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς διαφυλάξεως τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας τολμήσωσι νὰ ὑπονομεύσωσι τὴν Πατρίδα, ἢ νὰ παραβλέψουσιν τὰ νομίμως κατοχυρωμένα δικαιώματά της, ἡ ἀντιμετώπισις οὐ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἐπιεικής. Ἡ ἱστορία διδάσκει ὅτι ἡ ἀτιμωρησία γεννᾷ ἀσυδοσίαν· καὶ τότε, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰ διδάγματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ τῆς Δίκης ῥομφαία θὰ καταπέσῃ βαρέως καὶ ἀμειλίκτως ἐπὶ τῶν τραχήλων ἐκείνων οἵτινες θὰ ἔχωσι προκαλέσει ἐθνικήν ζημίαν.
Βιβλιογραφία
Jervis, Robert. Perception and Misperception in International Politics. Princeton, NJ: Princeton University Press, 1976.
———«Cooperation under the Security Dilemma». World Politics 30, no. 2 (1978): 167-214.
Mearsheimer, John J. The Tragedy of Great Power Politics. New York: W. W. Norton, 2001.
Schelling, Thomas C. The Strategy of Conflict. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1960.
———Arms and Influence. New Haven, CT: Yale University Press, 1966.
Waltz, Kenneth N. Theory of International Politics. Reading, MA: Addison-Wesley, 1979.
* Ο Ιωάννης Π. Σωτηρόπουλος είναι διεθνολόγος PhD


