Τέσσερις ειδικοί αναλύουν το κόστος, την ασφάλεια και τις προκλήσεις μιας πιθανής εγκατάστασης σε μια σεισμογενή χώρα
- Από την Ιωάννα Τσέφλιου
[email protected]
Πόσο θα κόστιζε η κατασκευή ενός πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ελλάδα; Πόσο ασφαλής είναι μια τέτοια εγκατάσταση σε μια σεισμογενή χώρα και πώς θα γινόταν η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων;
Τα ερωτήματα αυτά επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο μετά τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι. «Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα. Ηρθε η ώρα να διερευνήσουμε αν η πυρηνική ενέργεια, και συγκεκριμένα οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, μπορούν να έχουν έναν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα» δήλωσε, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δημόσιο διάλογο για τη νέα γενιά πυρηνικών τεχνολογιών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται οι λεγόμενοι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMR), μια νέα κατηγορία αντιδραστήρων μικρότερης ισχύος που αναπτύσσεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Σε αντίθεση με τα μεγάλα πυρηνικά εργοστάσια που ξεπερνούν τα 1.000 μεγαβάτ ισχύος, οι SMR είναι μονάδες συνήθως μεταξύ 50 και 300 μεγαβάτ και μπορούν να εγκαθίστανται σταδιακά, ανάλογα με τις ενεργειακές ανάγκες.
Πόσο, όμως, θα κόστιζε στην πράξη η ανάπτυξη μιας τέτοιας τεχνολογίας στην Ελλάδα; Οι επενδύσεις για πυρηνικές εγκαταστάσεις υπολογίζονται σε δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που καθιστά το οικονομικό σκέλος μία από τις βασικές παραμέτρους της συζήτησης, μαζί με την ασφάλεια των αντιδραστήρων, τη διαχείριση των αποβλήτων και τη λειτουργία τους σε μια σεισμογενή χώρα.
Σύμφωνα με τον ενεργειακό επιθεωρητή Μιχάλη Χριστοδουλίδη, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες έχουν υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης, το οποίο όμως μπορεί να αντισταθμιστεί από χαμηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου. Οπως αναφέρει στη «δημοκρατία», ένα συγκρότημα τριών μονάδων ισχύος 300 μεγαβάτ θα μπορούσε να απαιτήσει επένδυση περίπου 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η απόσβεση μιας τέτοιας επένδυσης εκτιμάται σε περίπου 10 έως 12 χρόνια, ενώ το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μετά την απόσβεση θα μπορούσε να κυμανθεί μεταξύ 25 και 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Το ζήτημα της ασφάλειας αποτελεί επίσης βασικό σημείο της συζήτησης. Σύμφωνα με τον ενεργειακό επιθεωρητή, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες βασίζονται σε παθητικά συστήματα ασφαλείας, τα οποία επιτρέπουν στον αντιδραστήρα να διακόπτει τη λειτουργία του αυτόματα σε περίπτωση ανωμαλίας, χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης.
Ακόμη ένα ερώτημα που τίθεται συχνά στη δημόσια συζήτηση αφορά τη σεισμικότητα της Ελλάδας.
Τι ισχύει για μία σεισμογενή χώρα όπως η Ελλάδα;
Ειδικοί στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας επισημαίνουν ότι το γεγονός πως μια χώρα είναι σεισμογενής δεν αποτελεί από μόνο του απαγορευτικό παράγοντα για την ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Τη δική του εκδοχή για την υπόθεση δίνει ο καθηγητής Πυρηνικής Φυσικής και Οπλικών Επιστημών στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων Θεόδωρος Λιόλιος, ο οποίος επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος του φόβου γύρω από την πυρηνική ενέργεια συνδέεται ιστορικά με ατυχήματα όπως το Τσερνόμπιλ και η Φουκουσίμα. Οπως εξηγεί, τα γεγονότα αυτά οδήγησαν σε σημαντική εξέλιξη των προτύπων ασφάλειας και στη δημιουργία νεότερων γενεών αντιδραστήρων με πολύ αυστηρότερα πρωτόκολλα λειτουργίας.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ασφαλής λειτουργία πυρηνικών εγκαταστάσεων προϋποθέτει συνεχή παρακολούθηση, υψηλή τεχνογνωσία και αυστηρή τήρηση διαδικασιών, καθώς καμία ενεργειακή τεχνολογία δεν είναι απολύτως απαλλαγμένη από κινδύνους.
Οι εκτεταμένες μελέτες χωροθέτησης απαραίτητη προϋπόθεση για ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων
Τη θεσμική διάσταση αυτής της διαδικασίας επισημαίνει και η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), αρμόδια Αρχή για την πυρηνική ασφάλεια στη χώρα. Σύμφωνα με την ΕΕΑΕ, η ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων προϋποθέτει αυστηρή τήρηση των διεθνών κανόνων ασφάλειας, εκτεταμένες μελέτες χωροθέτησης και πλήρη συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η Επιτροπή επισημαίνει στη «δημοκρατία» ότι τέτοιου τύπου έργα απαιτούν πολυεπίπεδες αδειοδοτικές διαδικασίες και μακρόχρονη προετοιμασία, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία σε όλα τα στάδια σχεδιασμού και λειτουργίας.
Στο πλαίσιο αυτό τίθεται και το ερώτημα του ρόλου που θα μπορούσε να διαδραματίσει η πυρηνική ενέργεια στη χώρα. Σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή Πυρηνικής Φυσικής του ΕΚΠΑ Θεόδωρο Μερτζιμέκη, η Ελλάδα μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς στο παρελθόν διέθετε μόνο ερευνητικό πυρηνικό αντιδραστήρα.
Οπως επισημαίνει, η πυρηνική ενέργεια αποτελεί βασικό στοιχείο του ενεργειακού μείγματος σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες, καθώς μπορεί να παρέχει σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Για να επιτευχθεί πραγματική ενεργειακή αυτάρκεια, σημειώνει, ένα κράτος χρειάζεται μια σταθερή πηγή ηλεκτροπαραγωγής που να καλύπτει περίπου το 20% έως 25% της συνολικής ζήτησης.

Η πρόκληση της διαχείρισης αποβλήτων και οι νέες τεχνολογίες
Σημαντικό ζήτημα συνιστά και η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων. Το αναλωμένο πυρηνικό καύσιμο αποθηκεύεται αρχικά για αρκετά χρόνια σε δεξαμενές ψύξης και στη συνέχεια σε ειδικά κάνιστρα για μακροχρόνια αποθήκευση ή επανεπεξεργασία. Παρότι υπάρχουν διεθνώς καθιερωμένες πρακτικές διαχείρισης, το ζήτημα της τελικής αποθήκευσης παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της πυρηνικής βιομηχανίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο οικονομολόγος Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Γεώργιος Καρακατσάνης επισημαίνει ότι οι αντιδραστήρες τέταρτης γενιάς μπορούν να αξιοποιούν μέρος των πυρηνικών αποβλήτων ως καύσιμο, μειώνοντας έτσι τον όγκο των υλικών που απαιτούν μακροχρόνια αποθήκευση. Ο ίδιος σημειώνει στη «δημοκρατία» πως οι τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων έχουν φτάσει σε μεγάλο βαθμό στα όρια της θερμικής απόδοσής τους, ενώ οι ενεργειακές ανάγκες αυξάνονται λόγω της ανάπτυξης ψηφιακών τεχνολογιών, όπως τα κέντρα δεδομένων και η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Με αυτά τα δεδομένα, οι ειδικοί τονίζουν ότι η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα δεν αφορά σε μια άμεση εγκατάσταση αντιδραστήρων, αλλά κυρίως την προετοιμασία των θεσμικών και τεχνικών προϋποθέσεων.
Οπως εκτιμούν, ακόμη και αν ληφθεί πολιτική απόφαση, η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος θα απαιτούσε χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον 15 έως 20 ετών.


