Αδιανόητη κατσάδα του Αρείου Πάγου κατά των πολιτών προκειμένου να καλυφθούν τα εσκεμμένα λάθη και οι παραλήψεις Φλωρίδη! Δήλωσε ότι η δίκη θα διεξαχθεί στην ακατάλληλη αίθουσα, επειδή, πολύ απλά, έτσι αποφασίστηκε από την κυβέρνηση
Μετά το τριτοκοσμικό φιάσκο στην ακατάλληλη αίθουσα που επιλέχτηκε για τη δίκη των Τεμπών, ο Αρειος Πάγος έβγαλε μακροσκελή ανακοίνωση με μόνη χρήση να καλύψει τον Φλωρίδη και την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η Αναστασία Παπαδοπούλου, πρόεδρος του Αρείου Πάγου, μέσα στον ζήλο της να προσφέρει υπηρεσίες στην κυβέρνηση που τη διόρισε, ακροβατεί επικίνδυνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Γιατί, με το να σπεύδει να παραστήσει το γραφείο Τύπου του υπουργού Δικαιοσύνης, πρακτικά προσπαθεί να κάνει πολιτική μέσω του ανώτατου δικαστηρίου.
Από την άλλη, η Παπαδοπούλου μάς έχει συνηθίσει να συμπεριφέρεται σαν επικοινωνιακός συμπαραστάτης της κυβέρνησης, οπότε φρόντισε ήδη από την αρχή της θητείας της να μην τρέφουμε αυταπάτες σχετικά με την αμεροληψία της. Με λίγα λόγια, δύσκολα να τη χαρακτηρίσει κάποιος «τυφλή».
Προχθές ο Αρειος Πάγος εξέδωσε αυστηρή ανακοίνωση για να μας πει ότι η δίκη θα διεξαχθεί στην ακατάλληλη αίθουσα, επειδή, πολύ απλά, έτσι αποφασίστηκε. Και συνέχισε με ένα κατεβατό που προσπαθεί να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα. Δίχως να προτείνει καμία λύση για να διορθωθεί το σκηνικό μπανανίας στο δικαστήριο.
Το κείμενο μοιάζει με κατσάδα εναντίον των πολιτών και έχει λίγο απ’ όλα:
- Απειλές προς οποιονδήποτε δυσαρεστήθηκε με την εικόνα ότι στην ουσία παρεμποδίζει την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης: «Η απαίτηση της κοινωνίας είναι η δίκη των Τεμπών να ξεκινήσει, να διεξαχθεί και να καταλήξει στην απόδοση ευθυνών σε εκείνους που τους ανήκουν. Σε αυτή τη δίκη θα εξετασθούν όλα από την αρχή και η κατάληξη θα είναι η δικαστική ετυμηγορία και μόνον αυτή. Το έργο της Δικαιοσύνης δεν μπορεί κανένας να το ανακόψει, επώνυμος και ανώνυμος».
- Παραίνεση-εκβιασμός να γίνει αποδεκτή μια δίκη όπως να ’ναι και σε συνθήκες ζωοπανήγυρης, αλλιώς μπορεί κάποιες κατηγορίες να παραγραφούν: «Στη δικογραφία περιλαμβάνονται και πλημμεληματικές κατηγορίες, των οποίων ο χρόνος τέλεσης είναι και πριν την 28-2-2023, άρα ο κίνδυνος παραγραφής είναι ορατός εν όψει της αναμενόμενης χρονικής διάρκειας της δίκης».
- Οσον αφορά το ντροπιαστικό μπάχαλο με την ανεπάρκεια του χώρου, την πλήρη απουσία οργάνωσης και ασφάλειας, την απάνθρωπη και επικίνδυνη υποχρέωση των συγγενών να στριμώχνονται δίπλα στους κατηγορουμένους και τον -βολικό- εξοστρακισμό των δημοσιογράφων από την αίθουσα, ο Αρειος Πάγος δίνει όλες τις δικαιολογίες που θα επιθυμούσε ο Φλωρίδης – για λογαριασμό του.
Δεν μας λέει, όμως, εκτός από κάποιους σκόρπιους αριθμούς για τα καθίσματα της αίθουσας, τι θα διορθωθεί ώστε να μην εξελιχθεί η δίκη και επίσημα σε παρωδία, ούτε αν ο ίδιος ο Αρειος Πάγος αναλάβει οργανωτικό ρόλο «ταξιθέτριας» στο εξής μπας και οι επόμενες εικόνες είναι λιγότερο τραγελαφικές.
Προφανώς η Παπαδοπούλου συμφωνεί και στηρίζει την ανακοίνωση του δικαστηρίου της. Που σημαίνει ότι νομικά και ηθικά αποδέχεται τα κενά στο ανακριτικό υλικό, στη χάλκευση πειστηρίων, στη συνειδητή επιλογή μιας αίθουσας ακατάλληλης ώστε να υποβαθμιστεί η δίκη με κάθε τρόπο. Μέχρι και ο υπουργός Βασίλης Κικίλιας δήλωσε ότι «η αίθουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις», αλλά ο Αρειος Πάγος δεν βλέπει ως πρόβλημα ότι, για παράδειγμα, συγγενείς, επιζώντες και δημοσιογράφοι δεν θα έχουν πρόσβαση στη διαδικασία παρά μόνο από οθόνες.
Στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου αρέσει να χρησιμοποιεί το γράμμα του νόμου ακριβώς για να δυσχεραίνει η ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης. Ενώ στα θύματα δεν έγιναν ποτέ οι απαραίτητες ιατροδικαστικές εξετάσεις, η Παπαδοπούλου αρνιόταν την εκταφή επειδή «τέτοια αιτήματα έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και έχουν απαντηθεί, άρα δεν μπορούμε να επανέλθουμε επ’ αυτών».
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η πρόεδρος του Ανώτατου Ελληνικού Δικαστηρίου ενοχλήθηκε από τις διαδηλώσεις των πολιτών που ζητούσαν δικαιοσύνη για τα Τέμπη, τσουβαλιάζοντας τις τραγωδίες: «Αυτό δεν έχει ξαναγίνει σε αυτή τη χώρα. Αυτή η χώρα είχε και άλλα δυστυχήματα. Είχε το Μάτι, τη Μάνδρα, είχε πάρα πολλά. Ποτέ δεν έγιναν τέτοιες εκδηλώσεις…».
Η ελληνική Δικαιοσύνη χρησιμοποιείται ως εργαλείο από την κυβέρνηση για να ξεπλύνει, να φιμώσει και να κουκουλώσει σκάνδαλα, όπως στις υποκλοπές. Αλλά η Αναστασία Παπαδοπούλου ενεργεί σαν πολιτικός και όχι ως δικαστής.
Σε ανακοινώσεις της έχει «ψέξει» την κοινωνία επειδή βλέπει ότι η Δικαιοσύνη κατάντησε πολιτικό πλυντήριο: «Παρατηρείται το φαινόμενο να αμφισβητούνται έντονα και επικριτικά ενέργειες των δικαστικών οργάνων, πορίσματα δικαστικών ερευνών επί της ουσίας εκκρεμών υποθέσεων και μάλιστα με κριτήρια υποκειμενικά, προσωπικά και εξωδικαστικά».
Οταν κάποιος παρεμβαίνει καφενειακά στα χωράφια των δικαστών, εκνευρίζεται, και με το δίκιο της. Η δικαστική κρίση δεν μπορεί «να σφετερίζεται από πρόσωπα που εμφανίζονται να κατέχουν τη νομική επιστήμη καλύτερα και πληρέστερα από τους δικαστές, και οι οποίοι ως υπερδικαστές, έχουν αλάθητη κρίση και κατέχουν τη μοναδική αλήθεια» έχει πει.
Ομως κάνει πως δεν καταλαβαίνει ότι ο πρώτος που σφετερίζεται τη δουλειά των δικαστών είναι ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης Φλωρίδης, που προσπαθώντας να πουλήσει μητσοτακισμό έχει βγάλει ήδη ετυμηγορία για κάθε κατηγορία στα Τέμπη: «Οσοι μιλούν για μπάζωμα είναι για τα μπάζα». Ηταν «μια τεράστια συνωμοσία ότι η κυβέρνηση επιχείρησε να συγκαλύψει».
Η μόνη δουλειά του Φλωρίδη ήταν να βρει την κατάλληλη αίθουσα – και απέτυχε. Οχι να προσποιείται τον δικαστή. Η Παπαδοπούλου καταπίνει, μεροληπτικά, το δεύτερο και τον δικαιολογεί για το πρώτο. Η στάση της είναι ξεκάθαρα πολιτική, σε καμία περίπτωση η θεσμικά ενδεδειγμένη.
Αναστασία Παπαδοπούλου – Πρόεδρος Αρείου Πάγου
Γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1959. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εισήλθε στον δικαστικό κλάδο το 1989. Προήχθη σε πρωτοδίκη το 1991 και το 2005 στον βαθμό του προέδρου Πρωτοδικών. Το 2010 έγινε εφέτης και δέκα χρόνια αργότερα πρόεδρος Εφετών.
Με 36 χρόνια στο δικαστικό σώμα, είχε προαχθεί στη θέση της αντιπροέδρου από τον Αύγουστο του 2024, ενώ για τρία συναπτά έτη υπηρέτησε ως διευθύντρια της Εθνικής Σχολής Δικαστών. Από τον περασμένο Ιούλιο αναβαθμίστηκε σε πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Η θητεία της στην κορυφή του ανώτατου δικαστηρίου θα διαρκέσει έναν χρόνο, καθώς αναμένεται να αποχωρήσει λόγω ορίου ηλικίας τον Ιούνιο του 2026. Κατά την ψηφοφορία στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ήταν μόλις 4η στην επιλογή των συναδέλφων της, ωστόσο συγκέντρωσε την πλειοψηφία των ψήφων στη διαδικασία της Βουλής από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.


