Μια ευρείας κλίμακας, συντονισμένη επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. έφερε στο φως τη δράση μιας πολυμελούς και εξαιρετικά οργανωμένης εγκληματικής οργάνωσης, η οποία είχε μετατρέψει έναν καταυλισμό στην Κόρινθο σε ένα ιδιότυπο, πλην άκρως αποτελεσματικό, «τηλεφωνικό κέντρο» εξαπάτησης.
Η εγκληματική οργάνωση εξαρθρώθηκε έπειτα από ενδελεχή έρευνα από την Ασφάλεια Βορειοανατολικής Αττικής, με συνδρομή της Ασφάλειας Καβάλας και της Ασφάλειας Σερρών, καθώς και άλλων κατά τόπον αρμόδιων Περιφερειακών Αστυνομικών Υπηρεσιών,
Επτά είναι οι συλληφθέντες, όλοι μέλη της κοινότητας των Ρομά με ηλικίες από 27 έως 38 ετών, που κατάφεραν μέσα σε διάστημα λίγων μόλις μηνών να αποκομίσουν το αστρονομικό ποσό των 1.292.039 ευρώ, αδειάζοντας τραπεζικούς λογαριασμούς και αφαιρώντας κοσμήματα αξίας από ανυποψίαστους πολίτες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση, αλλά δυστυχώς όχι έκπληξη, είναι η επιλογή των τοποθεσιών δράσης και η επαναλαμβανόμενη φύση του εγκλήματος. Οι περιοχές των Αχαρνών και των συγκεκριμένων οικισμών της Κορίνθου αναδεικνύονται για ακόμη μία φορά ως τα βασικά ορμητήρια εγκληματικών δικτύων. Πρόκειται για σημεία όπου οι αστυνομικές αρχές έχουν επέμβει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, εξαρθρώνοντας αντίστοιχες συμμορίες Ρομά που ειδικεύονται σε απάτες, κλοπές και τη διακίνηση ναρκωτικών. Η συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη δράση παρόμοιων οργανώσεων στα ίδια ακριβώς γεωγραφικά μήκη και πλάτη καταδεικνύει μια παγιωμένη κατάσταση ανομίας, η οποία φαίνεται να αναπαράγεται και να συντηρείται μέσα στους συγκεκριμένους καταυλισμούς, λειτουργώντας ως κράτος εν κράτει.
Η μεθοδολογία της οργάνωσης μαρτυρά έναν πρωτοφανή βαθμό οργάνωσης. Χωρισμένοι σε δύο διακριτές ομάδες, οι «εγκέφαλοι» από το τηλεφωνικό κέντρο της Κορίνθου προσποιούνταν τους λογιστές. Με πρόσχημα επείγουσες φορολογικές δηλώσεις, υποτιθέμενα επιδόματα ή πρόστιμα, κατάφερναν να αποσπάσουν κωδικούς e-banking ή να πείσουν τα θύματα να παραδώσουν μετρητά.
Ταυτόχρονα, οι «επιχειρησιακές» ομάδες, χρησιμοποιώντας συνεχώς εναλλασσόμενα μισθωμένα οχήματα ή αυτοκίνητα συγγενών τους για να μην δίνουν στόχο, μετέβαιναν άμεσα στις οικίες των θυμάτων για να παραλάβουν τη λεία. Η επικοινωνία τους γινόταν μέσω διαδικτυακής εφαρμογής και τηλεφωνικών συνδέσεων που ανήκαν σε «αχυρανθρώπους», δυσχεραίνοντας τον εντοπισμό τους.
Η έρευνα αποκάλυψε 41 περιπτώσεις απάτης από την Αθήνα (Περιστέρι, Ίλιον, Καλλιθέα, Αργυρούπολη, Φιλοθέη) μέχρι την Κατερίνη, την Κοζάνη, τη Δράμα και τη Χαλκιδική. Στις κατ’ οίκον έρευνες βρέθηκαν, εκτός από μετρητά και λίρες Αγγλίας, ένα πιστόλι, φυσίγγια και μια σιδερογροθιά, ενώ η δικογραφία περιλαμβάνει και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, καθώς ένα μέλος φέρεται να εμπλέκεται και σε άλλη εγκληματική οργάνωση.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα.
Πάντως παρά τις συνεχείς συλλήψεις και τις επεμβάσεις της ΕΛ.ΑΣ., το γεγονός ότι οι ίδιοι οικισμοί επανέρχονται στο αστυνομικό δελτίο με την ίδια ακριβώς εγκληματική δομή και δράση, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το αν τελικά υπάρχει λύση σε αυτά τα «γκέτο», όπου η ανομία φαίνεται να έχει ριζώσει βαθιά.


