Της Μύρνας Νικολαΐδου
Τί κάνει ἕνας 15χρονος μαθητής πάνω ἀπό ἕνα ἀνοικτό βιβλίο Γεωμετρίας;
Ἀποστηθίζει πιστά τόν τύπο καί ἀναπαράγει μέ ἀκρίβεια τίς ὁρισμένες ἔννοιες. Ἄν ὅμως τοῦ ζητηθεῖ νά ὑπολογίσει τά πλακάκια πού χρειάζονται γιά τό δωμάτιό του, κοιτάζει τό κενό. Τά ἀποτελέσματα τῆς ἀξιολογήσεως PISA δέν ἀποτυπώνουν ἁπλῶς ἀριθμούς.
Ἀποκαλύπτουν μία βαθειά, συστημική ἀμηχανία τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔναντι τῆς ἰδίας τῆς ζωῆς.
Σχεδόν ἕνας στούς δύο μαθητές ἀδυνατεῖ νά προσεγγίσει τό βασικό ἐπίπεδο γνώσεων στά Μαθηματικά. Τό 56% δυσκολεύεται νά ἀποκωδικοποιήσει τήν οὐσία ἑνός κειμένου, ἐγκλωβισμένο στήν ἐπιφανειακή ἀνάγνωση, πού προσπερνᾶ τά οὐσιώδη νοήματα.
Μέ ἁπλᾶ λόγια, πάνω ἀπό 1 στούς 2 μαθητές δέν κατανοοῦν τί διαβάζουν. Ἀκόμη καί στίς Φυσικές Ἐπιστῆμες, παρά τήν εἰδική ἑστίαση, οἱ ἐπιδόσεις παραμένουν καθηλωμένες, ἐνῷ ἡ πρώτη ἐπαφή μέ τήν ψηφιακή ἐπίλυση προβλημάτων ἁπλῶς ἐπεσφράγισε τό ἔλλειμμα δεξιοτήτων.
Τό πρόβλημα, φυσικά, δέν ἐντοπίζεται στήν εὐφυΐα αὐτῶν τῶν παιδιῶν, ἀλλά στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἐκπαιδεύονται ἤ, καλύτερα, δέν ἐκπαιδεύονται νά σκέπτονται.
Ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ εὑρίσκεται στήν ἔλλειψη «λειτουργικοῦ ἐγγραμματισμοῦ», τοὐτέστιν στήν ἀδυναμία μετατροπῆς τῆς θεωρητικῆς γνώσεως σέ ἐργαλεῖο καθημερινῆς πράξεως. Τό σχολικό σύστημα, προσανατολισμένο ἐμμονικῶς στίς Πανελλαδικές Ἐξετάσεις, ἐπιβραβεύει διαχρονικῶς τήν μηχανική ἀποστήθιση.
Ὁ μαθητής πού θά τολμήσει νά διατυπώσει μιά ἰδέα μέ δικά του λόγια κινδυνεύει μέ χαμηλότερη βαθμολογία, καθώς ἡ πιστή ἀναπαραγωγή τοῦ σχολικοῦ ἐγχειριδίου παραμένει ἡ ἀσφαλέστερη ὁδός. Ἔτσι, τό σχολεῖο μετατρέπεται σέ ἕναν χῶρο παθητικῆς μαθήσεως, στόν ὁποῖον ὁ δάσκαλος μονολογεῖ στόν πίνακα καί τά παιδιά κρατοῦν σημειώσεις, μακράν τῶν ὁμαδικῶν ἐργασιῶν καί τῆς πειραματικῆς ἀναζητήσεως, πού ἀνθίζουν στίς χῶρες μέ ὑψηλές ἐπιδόσεις.
Παραλλήλως, ὅπως καταδεικνύει ἡ ἔρευνα, διευρύνεται ἐπικινδύνως τό χάσμα μεταξύ δημοσίων καί ἰδιωτικῶν σχολείων. Οἱ μαθητές στήν δημοσία ἐκπαίδευση βιώνουν ἕνα αἴσθημα ἐγκαταλείψεως, νοιώθοντας ὅτι στεροῦνται τῆς ἀπαραιτήτου καθοδηγήσεως. Ἡ πίεσις τῆς τεραστίας ὕλης ἀναγκάζει τούς ἐκπαιδευτικούς νά ἐπιδίδονται σέ ἕναν σαρωτικό «ἀγῶνα δρόμου» γιά νά καλύψουν τό σύνολο τῶν διδακτέων κεφαλαίων, ἀφήνοντας μηδενικό χρόνο γιά οὐσιαστικό διάλογο καί ἐμπέδωση τῆς γνώσεως ἀπό τούς ἰδίους τούς μαθητές.
Ἡ ἔλλειψις αὐτή γεννᾶ τήν ἀνάγκη ἐξωτερικῆς στηρίξεως, τροφοδοτῶντας ἕναν γιγαντιαῖο μηχανισμό παραπαιδείας. Τά φροντιστήρια καί τά ἰδιαίτερα μαθήματα, ἀντί νά καλλιεργοῦν τήν κριτική σκέψη, συχνά ἐξασκοῦν τούς μαθητές σέ στεγνές «τεχνικές ἐξετάσεως», ἐκπαιδεύοντάς τους στό πῶς νά ἱκανοποιήσουν τίς προσδοκίες τοῦ διορθωτοῦ. Τό δέ σοκαριστικό εἶναι ὅτι τά ἰδιαίτερα μαθήματα ἀρχίζουν ἀκόμη καί ἀπό τίς πρῶτες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ.
Ὁ διαγωνισμός PISA δέν ζητεῖ ἀποστηθισμένη θεωρία. Ἀπαιτεῖ τήν ἀποκωδικοποίηση ἑνός γραφήματος στό διαδίκτυο, τόν ὑπολογισμό ἑνός ἐπιτοκίου, τήν διάκριση μιᾶς ἀληθινῆς εἰδήσεως ἀπό μιά ψευδῆ. Ἀπαιτεῖ δηλαδή ἐλευθέρους, κριτικῶς σκεπτομένους πολῖτες. Οἱ διακεκηρυγμένες μεταρρυθμίσεις τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας –τά νέα προγράμματα σπουδῶν, ἡ πολλαπλῆ βιβλιογραφία, οἱ ψηφιακές δεξιότητες– δεικνύουν πρός τήν σωστή κατεύθυνση.
Ὅμως, ἡ ἀλλαγή μιᾶς νοοτροπίας δεκαετιῶν δέν ἐπιτυγχάνεται μέ ὑπουργικές ἀποφάσεις. Ἀπαιτεῖ χρόνο, βαθειά ἐκπαίδευση τῶν ἰδίων τῶν ἐκπαιδευτικῶν, μέ ἀνάλογο προσαρμογή τῶν ἀμοιβῶν τους, καί, κυρίως, τήν ἀπόφαση νά ἐπιτρέψουμε στά παιδιά μας νά βασίζονται σέ κάτι πέραν τῆς μνήμης τους. Νά στηρίζονται στήν κρίση τους.
Πηγή: estianews.gr
