Μαρτυρίες που προκαλούν σοκ έρχονται στο φως για την ιδιωτική κλινική στην οδό Παπαναστασίου στη Θεσσαλονίκη, η οποία οδηγείται σε οριστική διακοπή λειτουργίας μετά τις σοβαρές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και την αποκάλυψη ότι πραγματοποιούνταν χημειοθεραπείες χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη αδειοδότηση ογκολογικού τμήματος.
Καρκινοπαθείς, συγγενείς ασθενών αλλά και κάτοικοι της περιοχής περιγράφουν εικόνες πλημμελούς φροντίδας κατάκοιτων ανθρώπων, καταγγέλλουν οικονομικές απαιτήσεις χιλιάδων ευρώ και μεταφέρουν κραυγές ασθενών που φέρονται να ακούγονταν ακόμη και έξω από το κτίριο. Οι μαρτυρίες αυτές έρχονται να προστεθούν στις αρνητικές αξιολογήσεις που είχαν καταγραφεί διαδικτυακά από συγγενείς ανθρώπων που νοσηλεύτηκαν στην κλινική.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση έχει περάσει πλέον και στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης, με κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση να διερευνά όχι μόνο τη λειτουργία της κλινικής, αλλά και τους ελέγχους που είχαν προηγηθεί.
Καρκινοπαθής: «Μου ζητούσαν 12 χιλιάρικα»
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της καρκινοπαθούς Αθανασίας Ιωαννίδου. Η ίδια κατευθυνόταν χθες προς το αντικαρκινικό νοσοκομείο «Θεαγένειο», το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την επίμαχη κλινική, όταν είδε τους δημοσιογράφους και αποφάσισε να περιγράψει την εμπειρία που είχε κατά την επίσκεψή της εκεί.
Όπως κατήγγειλε, είχε επισκεφθεί τον πνευμονολόγο της ιδιωτικής κλινικής, ο οποίος αναφέρεται και στο πόρισμα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Σύμφωνα με την ίδια, της ζητήθηκε ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσό για συνεδρίες και φάρμακα, τα οποία, όπως επισήμανε, χορηγούνται δωρεάν στους καρκινοπαθείς από το κράτος. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι της ζητήθηκε να εξουσιοδοτήσει ένα πρόσωπο που δεν γνώριζε, προκειμένου να παραλαμβάνει τα φάρμακα στο όνομά της.
«Μου ζητούμε για όλο το χρόνο που είναι δυο, τρεις, τέσσερις συνεδρίες, 12 χιλιάρικα (σ.σ. 12.000 ευρώ) να πληρώνω και την κλινική, το δωμάτιο 300 ευρώ, να πληρώνω και τον ίδιο. Μάλιστα μου ζητούσαν να εξουσιοδοτήσω κάποιον τον οποίο δεν τον γνώριζα να πάει να πάρει τα φάρμακα στο όνομα μου, τα οποία θα τα πλήρωνα εγώ και τα οποία τα δίνει το κράτος δωρεάν. Αυτή την εμπειρία είχα την πολύ άσχημη, ευτυχώς έφυγα και πήγα στο «Θεαγένειο» νοσοκομείο όπου όλα είναι δωρεάν» περιέγραψε.
Η κ. Ιωαννίδου ανέφερε ότι όσα άκουσε κατά την πρώτη συνάντηση με τον γιατρό ήταν αρκετά ώστε να την κάνουν να αποχωρήσει, έχοντας πληρώσει μόνο την επίσκεψη. Δεν προχώρησε τότε σε καταγγελία στις αρμόδιες Αρχές.
«Όλα αυτά που έλεγε ήταν τερατώδη για εμένα, να πληρώνω τόσα χρήματα τον χρόνο και που δεν ξέρεις αν η θεραπεία θα κρατήσει ένα χρόνο. Εγώ τώρα πηγαίνω στον δεύτερο χρόνο στο Θεαγένειο. Δηλαδή τι θα έπρεπε να πουλήσω νεφρό; Πως; Συνταξιούχοι άνθρωποι είμαστε» ανέφερε.
«Άκουγα να φωνάζουν “γιατί μας βασανίζετε;”»
Ακόμη βαρύτερη είναι η μαρτυρία γυναίκας που κατοικεί σε διπλανή πολυκατοικία και υποστηρίζει ότι από το μπαλκόνι της είχε οπτική επαφή με ορισμένα από τα δωμάτια της κλινικής. Όπως είπε, άκουγε συχνά ανθρώπους να φωνάζουν, με αποτέλεσμα να λέει στις κόρες της ότι δεν θα ήθελε ποτέ να νοσηλευτεί εκεί.
«Έλεγα στις κόρες μου, μη με πάτε εκεί μέσα, προτιμώ να πεθάνω παρά να πάω εκεί» ανέφερε. Η ίδια περιέγραψε σκηνές που, όπως υποστηρίζει, την είχαν συγκλονίσει: «Έλεγα στις κόρες μου αυτά που άκουγα εκεί μέσα, άτομα να κλαίνε και να τσιρίζουν, αυτό με πονούσε πάρα πολύ. Δεν τους φερόταν καλά εκεί μέσα. Άκουγα από ανοιχτό παράθυρο φωνές κι είπα «Παναγία μου που ήρθα και νοίκιασα σπίτι, να ακούω εγώ αυτές τις φωνές;». Η ψυχή μου ματώνει δεν μπορώ. Όλοι φτάνουμε σε αυτή την ηλικία και δεν μπορώ με πονάει πάρα πολύ».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, κάποιες φορές άκουγε ασθενείς να φωνάζουν «γιατί μας βασανίζετε;».
Καταγγελία για 92χρονη που πέθανε από αφυδάτωση
Σοβαρή καταγγελία έκανε και άνδρας που είχε μεταφέρει στην κλινική την 92χρονη μητέρα του πριν από περίπου τέσσερα χρόνια. Όπως περιέγραψε, η ηλικιωμένη είχε προηγουμένως νοσηλευτεί στο 424 λόγω Covid και, αφού αποθεραπεύτηκε, μεταφέρθηκε στην ιδιωτική κλινική προκειμένου να ακολουθήσει θεραπεία με φυσικοθεραπευτή.
Κατά τον ίδιο, περίπου 20 ημέρες αργότερα η μητέρα του κατέληξε και η διάγνωση που, όπως λέει, έλαβε όταν μεταφέρθηκε ξανά στο 424 ήταν αφυδάτωση.
«Πριν από τέσσερα χρόνια πήγε στο 424 με covid και αποθεραπεύτηκε. Την φέραμε για θεραπεία με φυσικοθεραπευτή και πέθανε από αφυδάτωση» υποστήριξε, προσθέτοντας: «Η διάγνωση από το 424 που την ξαναπήγαμε ήταν ότι πέθανε από αφυδάτωση. Δεν της έδωσαν νερό της γυναίκας».
Ο γιος της 92χρονης απέδωσε όσα συνέβησαν, σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, σε πιθανή έλλειψη επαρκούς προσωπικού, λέγοντας ότι «από ό,τι κατάλαβα μάλλον δεν είχαν το απαραίτητο προσωπικό, ο διευθυντής ήταν στον κόσμο του».
Μία ακόμη συγγενής προχώρησε σε καταγγελία για περιστατικά βίας σε βάρος ασθενών, υποστηρίζοντας ότι είχε δει νοσηλευτικό προσωπικό να χτυπά ασθενείς. «Μέχρι ξύλο είδα, τι άλλο να πω. Το είδα και μάλωσα με τη νοσοκόμα» ανέφερε.
Δεκαπέντε ημέρες για να μεταφερθούν οι ασθενείς
Ενώ οι καταγγελίες πληθαίνουν, από χθες, 29 Σεπτεμβρίου, έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος για την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής. Δικαστικός επιμελητής επέδωσε στους υπευθύνους την απόφαση που φέρει την υπογραφή του αντιπεριφερειάρχη Θεσσαλονίκης Κώστα Γιουτίκα.
Βάσει του νόμου παρέχεται χρονικό περιθώριο 15 ημερών προκειμένου οι ασθενείς που εξακολουθούν να φιλοξενούνται στην κλινική να μεταφερθούν με ασφάλεια σε άλλες δομές.
Μέσα στο ίδιο διάστημα οι υπεύθυνοι οφείλουν να ενημερώσουν τις υπηρεσίες της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για «τον τόπο φύλαξης του αρχείου των ασθενών καθώς και τον τρόπο πρόσβασης ορίζοντας υπευθύνους για την πρόσβαση σε αυτό δυο άτομα για τα οποία θα μας γνωστοποιήσει τα στοιχεία τους, την ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας τους και τα τηλέφωνά τους».
Την προηγούμενη εβδομάδα ο κ. Γιουτίκας είχε υπογράψει το κλείσιμο και δεύτερης κλινικής του ίδιου ιδιοκτήτη στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διαθέτει επίσης κλινικές σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Αθήνα και η Λάρισα.
Σύμφωνα με όσα έχουν γνωστοποιηθεί, διαπιστώθηκαν «σοβαρές παραβάσεις του νομικού πλαισίου που έχουν αντίκτυπο στην ποιότητα παροχής υπηρεσιών υγείας». Και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί ανάκληση της Βεβαίωσης Καλής Λειτουργίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, εξέλιξη που ουσιαστικά διακόπτει και τη δυνατότητα πληρωμών των συγκεκριμένων κλινικών από τον ΕΟΠΥΥ.
Στο μικροσκόπιο της Εισαγγελίας και οι προηγούμενοι έλεγχοι
Τα ευρήματα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας προκάλεσαν παράλληλα εισαγγελική παρέμβαση. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης παρήγγειλε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθεί τι ακριβώς συνέβη και με τους ελέγχους που είχαν πραγματοποιηθεί στην κλινική.
Στο πλαίσιο της έρευνας ζητήθηκε να καταθέσει εκπρόσωπος της ΕΑΔ για τα ευρήματα του ελέγχου. Παράλληλα, τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου Ιδιωτικών Κλινικών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας καλούνται να καταθέσουν ανωμοτί ως ύποπτοι σχετικά με τον έκτακτο έλεγχο του 2025 και, κυρίως, να εξηγήσουν γιατί δεν έγινε αναφορά στην ύπαρξη πλήρως εξοπλισμένου ογκολογικού τμήματος που λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη άδεια και υποδομή.
Χημειοθεραπείες χωρίς αδειοδοτημένο ογκολογικό τμήμα
Τα επίσημα ευρήματα της ΕΑΔ βρίσκονται στον πυρήνα της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Αρχή, στην κλινική νοσηλεύονταν ασθενείς με διαγνώσεις που δεν αφορούσαν κακοήθεια, στους οποίους κατά τη διάρκεια της νοσηλείας χορηγήθηκαν χημειοθεραπευτικά φάρμακα.
Η ΕΑΔ αναφέρει ότι το εύρημα αποτελεί ένδειξη υποβολής μη ορθών στοιχείων στον ΕΟΠΥΥ για την αποζημίωση νοσηλειών της κλινικής.
Το ογκολογικό τμήμα φέρεται να λειτουργούσε με έναν πνευμονολόγο με εξειδίκευση στην ογκολογία πνεύμονα, στον οποίο είχε παραχωρηθεί χώρος γραφείου, χωρίς όμως να έχει συναφθεί έγγραφη σύμβαση μεταξύ του γιατρού και της κλινικής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, στην ιστοσελίδα της ίδιας της κλινικής είχε αναρτηθεί βίντεο «στο οποίο φαίνεται ότι λειτουργεί ογκολογικό τμήμα και διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό (θάλαμο βιολογικής ασφάλειας για χειρισμό κυτταροστατικών/χημειοθεραπευτικών φαρμάκων), παρότι δεν διέθετε την απαραίτητη νόμιμη αδειοδότηση καθώς στην ισχύουσα άδεια λειτουργίας της κλινικής δεν συμπεριλαμβάνεται Ογκολογικό Τμήμα».
Με την κλινική πλέον να βρίσκεται σε διαδικασία οριστικής διακοπής λειτουργίας, οι καταγγελίες πρώην ασθενών και συγγενών προσθέτουν νέα, ιδιαίτερα σοβαρά ερωτήματα στην υπόθεση. Την τελική απάντηση για τυχόν ποινικές ευθύνες καλείται πλέον να δώσει η εισαγγελική έρευνα, η οποία στρέφεται τόσο σε όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της δομής όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτή είχε ελεγχθεί στο παρελθόν.
