Μια ιδιαίτερα ευφάνταστη μεθοδολογία νομιμοποίησης παράνομων εσόδων έφερε στο φως η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, υπό την καθοδήγηση του επικεφαλής της και επίτιμου αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγο, Χαράλαμπου Βουρλιώτη.
Η επιχειρησιακή ανάλυση της Α’ Μονάδας της Αρχής αποκάλυψε ότι επιτήδειοι εκμεταλλεύονταν συστηματικά τις εταιρίες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας, μετατρέποντάς τες εν αγνοία τους σε «ενδιάμεσες οντότητες» ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Ειδικότερα, φυσικά πρόσωπα που εμφανίζονταν ως κάτοικοι Ελλάδας συνήπταν συμβάσεις με παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ύδρευσης ή τηλεπικοινωνιών για ένα ή περισσότερα ακίνητα, τα οποία δήλωναν ως ιδιόκτητα ή μισθωμένα.
Στη συνέχεια πραγματοποιούσαν επαναλαμβανόμενες πληρωμές αδικαιολόγητα υψηλών ποσών, οι οποίες δεν είχαν καμία αντιστοιχία με την πραγματική κατανάλωση ή τις υφιστάμενες οφειλές τους. Για παράδειγμα, κατέβαλαν 10.000 ευρώ για έναν λογαριασμό της τάξεως των 1.000 ευρώ.
Για τη χρηματοδότηση αυτών των υπερπληρωμών χρησιμοποιούνταν κυρίως κάρτες και χρηματοοικονομικά προϊόντα από ιδρύματα του εξωτερικού. Με τον τρόπο αυτό συσσωρεύονταν μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των πελατών στις εταιρίες. Ακολούθως οι εμπλεκόμενοι ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, επικαλούμενοι λάθος κατά την κατάθεση. Οι εταιρίες κοινής ωφελείας επέστρεφαν τη χρηματική διαφορά σε τραπεζικούς λογαριασμούς των ιδιωτών, οι οποίοι βρίσκονταν κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα.
Μέσω αυτής της διαδρομής το μαύρο χρήμα εμφανίζονταν πλέον στο τραπεζικό σύστημα ως νόμιμες επιστροφές χρημάτων από συνήθεις εμπορικές συναλλαγές, παρακάμπτοντας τα φίλτρα ελέγχου προέλευσης των τραπεζών. Οπως διαπίστωσε η Αρχή, οι τραπεζικοί λογαριασμοί υποδοχής των επιστροφών ήταν συνήθως διαφορετικοί από εκείνους μέσω των οποίων γίνονταν οι αρχικές πληρωμές. Μάλιστα, παρατηρήθηκε το φαινόμενο ένας μόνος τραπεζικός λογαριασμός να δέχεται πολλαπλές πιστώσεις επιστροφών από διαφορετικούς παρόχους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Τα κεφάλαια αυτά κρίθηκαν ύποπτης προέλευσης, καθώς δεν δικαιολογούνταν από τη φορολογική και οικονομική εικόνα των εμπλεκόμενων προσώπων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέθηκαν με απάτες που είχαν διαπραχθεί μέσω του τραπεζικού συστήματος. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, η Αρχή συνέταξε μια σειρά από βασικούς δείκτες κινδύνου προς διευκόλυνση των τραπεζών και των παρόχων κοινής ωφέλειας.
Ανάμεσα σε αυτούς περιλαμβάνονται οι πληρωμές χωρίς οφειλή, οι ασυνήθιστα υψηλές καταβολές, η αυξημένη συχνότητα πληρωμών που προσομοιάζει με καταθέσεις, η χρήση μέσων εξωτερικού, η συσσώρευση πιστωτικών υπολοίπων και η διοχέτευση των επιστροφών σε διαφορετικούς λογαριασμούς ή πληρωμές με χρηματοοικονομικά μέσα που τηρούνται σε ιδρύματα με έδρα εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Καθώς η μεθοδολογία αυτή παρουσιάζει αυξητική τάση, οι αρμόδιες ελεγκτικές Αρχές προσανατολίζονται στην αναβάθμιση των ψηφιακών εργαλείων παρακολούθησης και τη θεσμοθέτηση νέων δικλίδων ασφαλείας για τον έγκαιρο εντοπισμό και την αποτροπή παρόμοιων περιστατικών.

