Του Νίκου Σώκου
Στον «αέρα» κυριολεκτικά βρίσκονται περίπου 4.000 μαθητές και 400 εκπαιδευτικοί στο σχολικό συγκρότημα της Γκράβας, καθώς τα λουκέτα στις καγκελόπορτες παραμένουν για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα. Οι αρμόδιοι φορείς αδυνατούν να εντοπίσουν την προέλευση της έντονης οσμής αερίου που σήμανε συναγερμό, αφήνοντας την εκπαιδευτική κοινότητα σε καθεστώς ομηρίας. Αν και η τεχνική έκθεση της εταιρείας που ανέλαβε τον έλεγχο εκδόθηκε αργά το βράδυ της Κυριακής, το μυστήριο δεν λύθηκε. Οι έλεγχοι αντοχής και στεγανότητας στα εσωτερικά δίκτυα σωληνώσεων του 40ού Γυμνασίου, του 40ού Λυκείου και του κεντρικού λεβητοστασίου ολοκληρώθηκαν, διαπιστώνοντας πως δεν υπάρχει καμία διαρροή φυσικού αερίου. Παρολ΄αυτά , η αιτία της επικίνδυνης δυσοσμίας παραμένει άγνωστη, επιβεβαιώνοντας πως η απουσία διαρροής στις συγκεκριμένες σωληνώσεις δεν επαρκεί για να εγγυηθεί την ασφαλή επιστροφή των παιδιών στις αίθουσες.
Το πόρισμα έφερε στο φως σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και των τεχνικών μελετών, γεγονός που μπλοκάρει την έκδοση των απαραίτητων πιστοποιητικών στεγανότητας. Ο αντιδήμαρχος τεχνικών υπηρεσιών της Αθήνας, Πάρης Χαρλαύτης, μιλώντας στην «δημοκρατία» δήλωσε πως παρέλαβε email από την Enaon EDA επιβεβαιώνοντας την απουσία διαρροής στις παροχές, όμως εστίασε στην παλαιότητα των σχεδιαγραμμάτων. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μελέτες βάσει των οποίων μπήκαν οι μετρητές «χρονολογούνται από το 2003 και χρειάζονται επικαιροποίηση», καθώς μεσολάβησαν αρκετές τροποποιήσεις. «Δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο το ερώτημα για το τι προκάλεσε τη διαρροή», τόνισε, προσθέτοντας πως ο Δήμος καλεί το ΤΕΕ, το υπουργείο Παιδείας και την Πολιτική Προστασία, που διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία, να βρουν την πραγματική πηγή του προβλήματος. Μέχρι τότε, ξεκαθάρισε πως τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά και η τηλεκπαίδευση θα συνεχιστεί.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει σαφές χρονοδιάγραμμα για την επιστροφή στη δια ζώσης διδασκαλία, ρίχνοντας το βάρος στις αυτοψίες. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης στην χθεσινή ενημέρωση πολιτικών συντακτών, ενημέρωσε πως σήμερα αναλαμβάνει δράση ένα μεικτό κλιμάκιο με τη συμμετοχή του γενικού γραμματέα του υπουργείου Παιδείας, εκπροσώπων της ΚΤΥΠ, του αναδόχου και του ΤΕΕ για να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες. Όταν ρωτήθηκε για το πότε θα χτυπήσει ξανά το κουδούνι, απέφυγε τις δεσμεύσεις, λέγοντας πως αυτό «θα το πουν οι αρμόδιες υπηρεσίες, αυτοί οι οποίοι κάνουν τις προβλεπόμενες αυτοψίες». Επέλεξε μάλιστα να κρατήσει αποστάσεις από την ουσία του τεχνικού αδιεξόδου, σημειώνοντας: «Δεν είναι δουλειά του κυβερνητικού εκπροσώπου ούτε να είναι πραγματογνώμονας, ούτε να κάνει ΕΔΕ, ούτε να βγάζει πορίσματα. Επειδή γεμίσαμε παντογνώστες σ’ αυτή τη χώρα, δεν πρόκειται να κάνω κρίσεις πάνω στις ενημερώσεις που παίρνω, ειδικά όταν πρόκειται για την ασφάλεια παιδιών».
Απέναντι σε αυτό το γαϊτανάκι μετακύλισης ευθυνών, η αντίδραση των εκπαιδευτικών είναι οργισμένη, καταγγέλλοντας την πλήρη αδυναμία διαχείρισης μιας κρίσης που κρατά χιλιάδες οικογένειες σε αναμονή. Ο έφορος δημοσίων σχέσεων της ΟΛΜΕ, Νεκτάριος Κορδής, μιλώντας στην «δημοκρατία» καυτηρίασε την κατάσταση, λέγοντας με ειρωνεία πως η Γκράβα αποτελεί το «καλύτερο παράδειγμα του επιτελικού κράτους» όπου ο ένας πετάει το μπαλάκι στον άλλον. Διερωτήθηκε ανοιχτά αν υπάρχει έστω και ένας αρμόδιος που να μπορεί να βάλει την υπογραφή του για να ανοίξει το σχολείο με ασφάλεια. Ο ίδιος υπογράμμισε τη μη αναστρέψιμη ζημιά που προκαλεί η τηλεκπαίδευση στη μαθησιακή διαδικασία, τονίζοντας πως αντί να καθυστερούν, θα έπρεπε να είχε ήδη συγκληθεί κατεπείγουσα σύσκεψη όλων των εμπλεκομένων. «Τώρα παίζεται το πότε θα πάει ο ένας και πότε ο άλλος, και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα λειτουργήσουν ούτε αυτή τη βδομάδα», σχολίασε.
Η περίπτωση της Γκράβας φέρνει στην επιφάνεια τη συνολική εγκατάλειψη των σχολικών υποδομών σε ολόκληρη τη χώρα, μετρώντας καθημερινά περιστατικά κατάρρευσης. Όπως κατήγγειλε ο εκπρόσωπος της ΟΛΜΕ, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, καθώς τα προβλήματα σκάνε το ένα μετά το άλλο και τα σχολεία στην χώρα είναι ερείπια με σοβάδες να πέφτουν παντού, συμφωνώ με τον ίδιο το 70% των σχολικών κτιρίων στην Ελλάδα λειτουργεί με τον οικοδομικό κανονισμό του 1959, ενώ μόλις το 30% πληροί τις προδιαγραφές του αντισεισμικού κανονισμού που εφαρμόστηκε μετά το 1985.
